«Υπό έποψιν εμπορικής κινήσεως το Αγρίνιον σήμερον κατέχει την πρώτην εν τω νομώ θέσιν. Είναι πόλις μικρά εισέτι (7 χιλ. κατοί­κων), προοδεύουσα όμως ολονέν χάρις εις την καλλιέργειαν και το εμπόριον του καπνού. Η αρίστη ποιότης και η άφθονος παραγωγή, των καπνών Αγρινίου έδωσαν αρκετήν ζωήν εις τους κατοίκους και πάντες ζώσιν ανέτως…»

Εφ. Νεολόγος (Πατρών) 23 Μαΐου 1898

 

   

      Το  Αγρίνιο, μια πόλη του καπνού, όπως σωστά χαρακτηρίζεται, από το  δεύτερο μισό του  19ουαιώνα και ιδιαίτερα στις τελευταίες δεκαετίες του γνωρίζει σημαντική πρόοδο χάρη στον καπνό. Η μεγάλη ανάπτυξη όμως θα ΄επέλθει στις αρχές του 20ου αιώνα, οπότε η επέκταση της καπνοκαλλιέργειας λαμβάνει εκρηκτικές διαστάσεις. Η διεθνής ζήτηση προώθησε την καλλιέργεια της ποικιλίας «μυρωδάτου» και η εσωτερική κατανάλωση την καλλιέργεια της ποικιλίας «τσεμπέλι».

OΙ ΚΑΠΝΑΠΟΘΗΚΕΣ

Στην παρούσα εισήγηση εστιάζω στις καπναποθήκες Αγρινίου που ήταν χώροι εμπορικής επεξεργασίας του καπνού.

     Η ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής και του εξαγωγικού εμπορίου δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη και της δευτερογενούς παραγωγής. Ο καπνός, το κύριο εξαγωγικό προϊόν του νομού, έπρεπε να γίνει αντικείμενο προσεχτικής επεξεργασίας, διαλογής και δεματοποίησης. Για τούτο δημιουργήθηκαν μεγάλες αποθήκες – καπνομάγαζα στην πόλη, στα οποία εργάζονταν εκατοντάδες εργάτες – εργάτριες. Το Αγρίνιο αναδεικνύεται όχι μόνο σε κέντρο παραγωγής,αλλά και επεξεργασίας και εμπορίας καπνού.

     Ένα μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού του Αγρινίου, αλλά και της ευρύτερης περιοχής βρίσκει εργασία στις καπναποθήκες και ζει κυριολεκτικά από τον καπνό.

      Η ευνοϊκή συγκυρία για τον καπνό, επέτρεψε και την ομαλή σχετικά απορρόφηση των προσφύγων της Μ. Ασίας και του Εύξεινου Πόντου, που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή μετά τη Μικρασιατική καταστροφή (1922). Ένα σημαντικό μέρος των προσφύγων εργάστηκε στα καπνοχώραφα ως καλλιεργητές ή εργάτες και στα καπνομάγαζα – καπναπο­θήκες ως καπνεργάτες και καπνεργάτριες. Αυτό προκύπτει από τη μελέτη της ελάχιστης τοπικής βιβλιογραφίας, αλλά κυρίως, της προφορικής ιστορίας η οποία καταγράφεται στις προφορικές αφηγήσεις που συνέλεξα κατά τη διάρκεια εκπόνησης της Διδακτορικής διατριβής μου με θεματική τον Καπνό.

[Μαρία Αγγέλη, Διδακτορική Διατριβή, Ο κόσμος της εργασίας: Γυναίκες και άνδρες στην παραγωγή και επεξεργασία του καπνού.(Αγρίνιο 19ος-20ος αι.) ]

 Καπναποθήκες υπήρχαν διάσπαρτες σε όλες σχεδόν τις συνοικίες. Οι σπουδαιότερες όμως οργανώθηκαν στο κέντρο για να διευκολύνεται η μεταφορά του καπνού…………..

    

        Τα σημαντικότερα κτηριακά συγκροτήματα της πρώτης επεξεργα­σίας, διαλογής και αποθήκευσης του καπνού στο Αγρίνιο ήταν: οι απο­θήκες Αφ. Παπαπέτρου (1923), Αφ. Παπαστράτου (1924), Αφ. Παναγόπουλου (1925), Ηλ. Ηλιού, Καμποσιώρα, Ιω. Κόκκαλη  λίγο αργότερα.

      Οι καπναποθήκες που χτίζονται στο μεσοπόλεμο είναι πολύ μεγαλύτερες  από τις παλαιότερες  για να εξυπηρετούν τις αυξημένες ανάγκες της εμπορικής επεξεργασίας.

     Πρόκειται για πολυώροφα, μεγαλοπρεπή  κτήρια αντάξια των μεγάλων καπνεμπόρων της πόλης. Είναι χτισμένα από πέτρα και ξύλο. Έχουν πολλά παράθυρα που εξασφαλίζουν το φυσικό φωτισμό, απαραίτητο για την καπνεπεξεργασία.Τα μπαλκόνια είναι ανύπαρκτα αφού δεν χρειάζονται για ανάπαυση των εργαζομένων…Ο επιβλητικός χαρακτήρας των κτηρίων επιδιώκει να δώσει ένα κύρος, μία εγκυρότητα και μία άτυπη εγγύηση για την επιχείρηση που στεγάζεται εκεί. Κάποιες φορές οι καπναποθήκες συνοδεύονται από κτήρια γραφεία ή κτήρια-κατοικίες των καπνεμπόρων . Ενδεικτική περίπτωση οι καπναποθήκες Αφ.Παπαστράτου στο κέντρο του Αγρινίου.

     Στα πρώτα πατώματα των αποθηκών, αποθηκεύονταν τα ανεπεξέρ­γαστα καπνά, τα«παραγωγικά» δέματα, αραδιασμένα πάνω σε κρεββαταριές για να αερίζονται και να μη σαπίζουν. Τη φροντίδα τους είχαν οι στοιβαδόροι, άνδρες καπνεργάτες.

       Στους πάνω ορόφους υπήρχαν τα λεγόμενα «σαλόνια» των αποθηκών. Η λέξη σαλόνια, παραπέμπει σε χώρο μη εργασιακό, αλλά χώρο συζήτησης, ανάπαυσης και χαλάρωσης σε άνετους καναπέδες. Στην προκειμένη περίπτωση, ο όρος μόνο κατ’ ευφημισμό χρησιμοποιείται. Πρόκειται για ευρύχωρους, ενιαίους χώρους, όπου κατ’ εξοχήν, γινόταν η επεξεργασία. Εκεί δεκάδες εργαζόμενοι μέσα στη μυρωδιά και στη «φυματοδότρα» σκόνη του καπνού, διεκπεραιώνουν το ξεφύλλισμα, τη διαλογή των καπνόφυλλων, την κατάταξή τους σε ποιότητες και την επαναδεματοποίησή τους!

Υπήρχαν βέβαια και χώροι ύγρανσης, τα «υγραντήρια»,για να υγρανθούν τα παραγωγικά δέματα και στη συνέχεια  να διευκολυνθεί το ξεφύλλισμα και χώροι για το«χαρμάνι», όπου αναμειγνύονται καπνά διαφόρων περιοχών, ποικιλιών κλπ.,και χώροι δεματοποίησης και ζυμώσεως.

     Η επεξεργασία του καπνού ήταν εποχιακή εργασία. Άρχιζε την άνοι­ξη και τελείωνε το φθινόπωρο. Σε ορισμένες περιπτώσεις συνεχιζόταν ως τα Χριστούγεννα. Το χειμώνα υπήρχε ανεργία.

Η ΚΑΠΝΕΡΓΑΣΙΑ:

    Η εμπορική επεξεργασία του καπνού συνίσταται: στην διαλογή των καπνόφυλλων  και την κάθαρσή τους από τα άχρηστα φύλλα ( σάπια, πολύ μαύρα κ.ά.) και άλλες ξένες ύλες. Στη συνέχεια την ποιοτική ταξινόμηση και κατάταξη στην ανάλογη κλίμακα και τέλος την επαναδεματοποίησή τους σε εμπορικά δέματα με μεγαλύτερη καλαισθησία.

Μελετώντας τις  προφορικές μαρτυρίες, αλλά και τις φωτογραφικές αναπαραστάσεις, αντλούμε  πληροφορίες και καταγράφουμε περιγραφές της επεξεργασίας του καπνού στα διάφορα στάδια καθώς και για την εξειδίκευση των εργαζομένων. Παρακολουθούμε ακόμα την εξέλιξή της στο πέρασμα των χρόνων: από τη χειροποίητη ως τη μηχανοποιημένη μορφή.

     Για παράδειγμα κάποιες υπέργηρες γυναίκες , αφηγούνται πως ξεκίνησαν από το «τσόλι», δηλαδή καθισμένες στο πάτωμα πάνω σε λινάτσες, με τα πανέρια του καπνού δίπλα τους, όπου τοποθετούσαν τα καπνόφυλλα κατά ποιότητες.

   Αργότερα κάθισαν «στα θρανία» και τελικά  στη δεκαετία του ‘60, εργάστηκαν «στα ταπιά», τα «ταπί ρολάν». Σημειώθηκε δηλ. η αλλαγή: ήρθαν οι μηχανές!

Η χρήση των μηχανών στην επεξεργασία του καπνού έφερε σημαντικές αλλαγές και περιόρισε τις ανάγκες σε εργατικό δυναμικό, κυρίως ανδρικό.

Ιδιαίτερα μετά το 1953 με την εφαρμογή του Νόμου 2348 (30 Μαρτίου 1953),  οι καπνέμποροι προσλαμβάνουν αποκλειστικά γυναίκες στο ξεφύλλισμα και στη διαλογή του καπνού, οπότε η επεξεργασία ορίζεται κατά βάση ως γυναικεία υπόθεση.    

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΚΑΠΝΕΡΓΑΣΙΑΣ

 Στην επεξεργασία των καπνών εργάζονταν άνδρες, γυναίκες καθώς και ανήλικα παιδιά. Αξίζει να σημειωθεί όμως ότι στην φάση του ξεφυλλίσματος – διαλογής του καπνού, ιδιαίτερα βαρύνουσα ήταν η συμμετοχή των γυναικών, κυρίως των προσφύγων οι οποίες έφτασαν στην περιοχή μετά τη Μικρασιατική καταστροφή(1922).

    Οι πληροφορίες για τον κατά φύλο καταμερισμό της καπνεργασίας είναι για τις γυναίκες: «γυναίκες ξεφυλλίστριες», «γυναίκες καροτσιέρες», «γυναίκες ράφτριες», «γυναίκες σοπανιάστρες», «γυναίκες νεροφόρες», «γυναίκες καθαρίστριες», αλλά και γυναίκες «τογκαδόρισσες».

    Για τους άνδρες: » άνδρες πρωτομάστοροι» «άνδρες στοιβαδόροι», «άνδρες στα υγραντήρια», «άνδρες χαρμαντζήδες», «άνδρες τογκαδόροι». Ανάλογες σχεδόν ειδικότητες ήταν και για τα παιδιά- εργάτες.

Για οικονομία χρόνου δε θα αναφερθώ αναλυτικά στον κατά φύλο καταμερισμό της καπνεργασίας. Θα αναφερθώ μόνο σε μια ειδικότητα ενδεικτική για το κάθε φύλο:

Οι άντρες στοιβαδόροι μετέφεραν στην πλάτη τους τα ανεπεξέργαστα δέματα του καπνού στα σαλόνια των αποθηκών όπου γινόταν η επεξεργασία.Μετά την επεξεργασία και την επαναδεματοποίηση του καπνού σε εμπορικά δέματα, τα μετέφεραν ξανά στις κρεββαταριές, στοίβες δεμάτων, για να αερίζονται.Τα  δέματα αυτά ζύγιζαν περίπου 28-30 κιλά. Ένα βαρύ φορτίο για τις πλάτες των στοιβαδόρων που κάποτε παραπατούσαν και σωριάζονταν ανεβοκατεβαίνοντας στις σκάλες των αποθηκών…

«Κάθε σκαλί πνιχτός λυγμός», γράφει ο Αρ. Μπαρχαμπάς.

«Αν δεν κουβαλήσεις το δέμα του καπνού στην πλάτη, δεν μπορείς να καταλάβεις τι θα πει καπνεργάτης!», μου είπε χαρακτηριστικά ένας παλιός καπνεργάτης.

   Οι γυναίκες «ξεφυλλίστριες» εργάζονταν σε μεγάλες αίθουσες, στα «σαλόνια», κάτω από την επίβλεψη του αρχιεργάτη ή «μάστορα» και ασχολούνταν με το ξεφύλλισμα, τη διαλογή των καπνόφυλλων και την κατάταξή τους σε ποιότητες .Φυσικά η διαλογή ήταν ανάλογη με τη μέθοδο της επεξεργασίας  που εφαρμοζόταν.

Στην «κλασσική» επεξεργασία που κυριαρχούσε στη δεκαετία του 1920 και στις αρχές του 1930, γινόταν αυστηρή και λεπτομερής διαλογή του καπνού και απαιτούνταν πολύς χρόνος, με αποτέλεσμα η απόδοση της εργασίας να είναι χαμηλή. Στην επεξεργασία «τόγκα» η διαλογή δεν ήταν λεπτομερής και η απόδοση ήταν μεγάλη.

Ας ακούσουμε την  καπνεργάτρια, κυρία Ιωάννα :

«Δούλεψα στου Παναγόπουλου και πήρα σύνταξη  από κει. Όταν περνάω για την Αγία Τριάδα θυμάμαι την καλοπόρεψη… Ήταν ανθυγιεινή δουλειά η αποθήκη, αλλά δεν το λογάριαζαμε τότε. Θέλαμε να δουλέψουμε. Τρόμαζες να μπεις μέσα έπρεπε νάχεις μέσον. Εγώ γνώριζα  το Νίκο Θωμαΐδη, ήταν γείτονάς μας. Δούλευαμε δυο βάρδιες. Πρωινή και απογεματινή. Εγώ δούλευα πάνω στα  θρανία.Διάλεγαμε τα φύλλα του καπνού. Αλλού το μαύρο, αλλού το καλό. Δούλευαμε μέχρι τα Χριστούγεννα. Δούλευε καλά ο κόσμος τότε. Τώρα ούτε δουλειά, ούτε τίποτα. Καλά π’ πρόλαβα και συμπλήρωσα τα ενσήματα και πήρα τη σύνταξη. Έξ (6 )κατοστάρικα είναι.Καλά και παρακαλά είναι.Δόξα τω θεώ.»

[Προφορική συνέντευξη της Ιωάννας Κεραμίδα γεν.1930]

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΚΑΠΝΑΠΟΘΗΚΩΝ

     Οι γραπτές πηγές, η συλλογική μνήμη, οι προφορικές μαρτυρίες και η μνήμη των ανθρώπων της καπνεργασίας μαρτυρούν τη σημασία της αμοιβής, του «βδομαδιάτικου» όπως λένε, στην οικονομική ζωή των ίδιων, αλλά και της πόλης του Αγρινίου γενικότερα.

     Ο μισθός του καπνεργάτη και της καπνεργάτριας είχε ως συνέπεια την τόνωση της εμπορικής κίνησης της πόλης. Και μάλιστα σε σημαντικό βαθμό, αν σκεφτεί κανείς τον αριθμό των εργαζομένων στην επεξεργασία την περίοδο της ακμής της. Ο μπακάλης, ο φούρναρης, ο καταστηματάρχης, ο έμπορας, όλοι περίμεναν τους καπνεργάτες καταναλωτές. Υπήρχε μια αλληλεξάρτηση.

    Η πληρωμή τους γινόταν κάθε Παρασκευή. Γι’ αυτό η ημέρα αυτή «αγιοποιείται» στο λαϊκό λόγο των καπνεργατών που κατέγραψα.

      Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι αυτή η αλληλεξάρτηση ανάμεσα στον κόσμο της καπνεργασίας και στον εμπορικό κόσμο του Αγρινίου, οδηγεί τους εμπόρους στην υποστήριξη των καπνεργατών σε κάθε απεργιακή κινητοποίησή τους. Ήταν στο πλευρό τους σε κάθε αγώνα, ακόμα κι αν αυτός έπαιρνε ακραίες μορφές. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της μεγάλης καπνεργατικής απεργίας που πραγματοποιήθηκε το 1926, η οποία κατέληξε σε αιματοχυσία  με δύο νεκρούς, τη Βασιλική Γεωργαντζέλη και το Θεμιστοκλή Καρανικόλα.

Από τη μελέτη των Αρχείων του Δήμου Αγρινίου, προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης απεργίας (Αύγουστος 1926), το Δημοτικό Συμβούλιο συνέρχεται σε έκτακτη συνεδρίαση, γεγονός που αποδεικνύει  την κρισιμότητα της κατάστασης. Η πολυήμερη αυτή απεργία είχε οδηγήσει σε  κρίση και την  εμπορική τάξη της πόλης γεγονός αναμενόμενο  τη στιγμή που οι καπνεργάτες αποτελούσαν κινητήρια δύναμη για την πόλη.

Χωρίς το «βδομαδιάτικο» των καπνεργατών η αγορά είχε νεκρωθεί. Οι δημοτικοί σύμβουλοι κατά τη διάρκεια Συνεδρίασης της 7/8/1926 θεωρούν το ζήτημα«σπουδαίον, ότι επήλθε κρίσις εις την αγορά».

 Η μελέτη των προφορικών αφηγήσεων και  ιστοριών ζωής των καπνεργατών και καπνεργατριών, εκτός των άλλων φωτίζει και τις εργασιακές  σχέσεις τους…

 Η μνήμη σήμερα, προφανώς επιλεκτική με μια τάση ωραιοποίησης του παρελθόντος, συγκρατεί και διασώζει  μια θετική και εξιδανικευμένη εικόνα των καπνεμπόρων και επιχειρηματιών της πόλης.  Με τον απλό λαϊκό λόγο τους οι αφηγητές αναφέρονται στα «αφεντικά», τους επιχειρηματίες, αναγνωρίζοντας την προσφορά τους και εκφράζοντας ευγνωμοσύνη ως ευεργετημένοι προς αυτούς.Σ’ αυτούς από τους οποίους, «έφαγε ψωμί η φτώχεια«, όπως λένε χαρακτηριστικά στην πλειοψηφία τους οι συνταξιούχοι σήμερα καπνεργάτες και καπνεργάτριες. [Βλ.Αφιέρωμα στην οικογένεια Παπαστράτου: http://www.epoxi.gr/persons2aaa.htm]

     Οι Αδελφοί Παπαστράτου, Ηλιού, Παναγόπουλοι και άλλοι μέσα από τις αφηγηματικές αναπαραστάσεις σχεδόν αγιοποιούνται. Τους αποδίδονται  χαρακτηριστικά υποδειγματικών αφεντικών.

Και τούτο διότι η μνήμη επιλεκτικά έχει διατηρήσει το γεγονός ότι οι έμποροι και επιχειρηματίες του καπνού τους παρείχαν  τη δυνατότητα εργασίας στις καπναποθήκες του Αγρινίου, γεγονός που τους εξασφάλιζε την επιβίωση των οικογενειών τους στο παρελθόν, αφού με το «βδομαδιάτικο» κατάφεραν να ορθοποδήσουν πρόσφυγες και ντόπιοι καπνεργάτες/τριες.

Ας ακούσουμε καλύτερα την καπνεργάτρια κ. Ευθυμία:

«-Το Αγρίνιο χρωστάει υποχρεώσεις πολλές στην οικογένεια Παπαστράτου,  αυτοί βόηθησαν και δεν είσπραξαν, δεν πήραν τίποτα.

Άλλο τίποτα δεν ξέρω. Θεός σχωρέστους τον κόσμο, γιατί βοήθησαν πολύ κόσμο. Ήμασταν περίπου τα πεντακόσια άτομα που τρώγαμε ψωμί εκεί μέσα. Άλλοι ήταν κι αντρόγυνα , ζευγάρια. Εγώ μόνη μου ήμουνα. Σου λέω δεν έχω κανένα παράπονο. Κι όταν έκλεισε η αποθήκη εμένα μου’κοψε τα χέρια γιατί δεν είχα μπορέσει να συμπληρώσω και να’ναι καλά η τσούπα μου, μου έβαλε τα υπόλοιπα τα ένσημα και πήρα σύνταξη. Αλλιώς θα πήγαινα ζητιανιά σήμερα.»

[Προφορική αφήγηση της καπνεργάτριας Ευθυμίας Φρόση,γεν.1943, στην καθηγήτρια Β.Σκεπετάρη.

http://politistiki2gymnagrinio.blogspot.gr/2014/05/blog-post_10.html]

Η ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ

          Με το τέλος της επεξεργασίας του καπνού τελειώνει και η ζωή των καπναποθηκών… Τα άλλοτε ζωντανά και πολύβουα κτίρια γίνονται σιωπηρά και βουβά. Μάρτυρες μιας εποχής που ανθούσε το «πικρό» αλλά «χρυσοφόρο» βοτάνι του καπνού. Αντικείμενο σήμερα της βιομηχανικής Αρχαιολογίας για τους ειδικούς επιστήμονες. Ενώ για τους ανθρώπους της πόλης Μνημονικοί τόποι του καπνού.

Σήμερα στο  κέντρο της πόλης σώζονται οι καπναποθήκες Αφ. Παπαστράτου και οι καπναποθήκες Αφ. Παπαπέτρου.

      Η αξιοποίηση και η κατάλληλη χρήση των καπναποθηκών αυτών μπορεί να αποτελέσει πολιτιστικό και οικονομικό κεφάλαιο για την πόλη και τους πολίτες. Και να συνδέσει την πόλη με την ιστορία και την ταυτότητά της ως Καπνούπολη της Αιτωλοακαρνανίας. Μια από τις  σημαντικότερες καπνουπόλεις της Ελλάδας.http://xiromeronews.blogspot.gr/

Γράφει η: Μαρία  Ν. Αγγέλη

Δρ. Κοινωνικής Λαογραφίας

   Σημείωση: Το παρόν κείμενο εκφωνήθηκε από τη γράφουσα στο Β΄Πανελλήνιο Συνέδριο Τοπικής Ιστορίας και Πολιτισμού,στο Βλοχό Καινουργίου Δήμου Αγρινίου, 14 και 15 Μαΐου 2016.