Φελνίκος

Από θέση αρχής δεν μπορεί κάποιος να είναι αντίθετος με τη διενέργεια δημοψηφίσματος ως έκφραση της λαϊκής βούλησης σε σπουδαίας σημασίας κοινωνικό ή εθνικό θέμα.

Θα πρέπει όμως να λαμβάνονται σοβαρά και οι παρενέργειες που ενδεχομένως θα δημιουργηθούν από το αποτέλεσμα. Θα πρέπει η διενέργειά του να επιλύει και όχι να περιπλέκει το πρόβλημα.

Αν μάλιστα η διαχείριση του παραγομένου αποτελέσματος δεν είναι αποκλειστικά εγχώρια αρμοδιότητα, αλλά εξαρτάται και από τη βούληση εξωχωρίων παραγόντων και έχει επιπτώσεις και στη διεθνή θέση της χώρας θα πρέπει να αποφασίζονται μετά από μεγάλη περίσκεψη και σε συνεννόηση με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις.

Το δημοψήφισμα που ανακοίνωσε αιφνιδιαστικά χθες βράδυ ο πρωθυπουργός δεν είναι ίδιας ποιότητας με το δημοψήφισμα για τις ταυτότητες ούτε για τη μορφή του πολιτεύματος.

Το αν η χώρα θα έχει ή όχι βασιλιά ή αν το θρήσκευμα θα αναγράφεται ή όχι στις ταυτότητες είναι αποκλειστική ευθύνη των Ελλήνων και μόνον των Ελλήνων.

Αν θα παραμείνει ή όχι η Ελλάδα στο ευρώ αφορά και άλλους και όχι μόνον τα μέλη της ευρωζώνης αφού ένα αρνητικό αποτέλεσμα επηρεάζει τις παγκόσμιες συναλλαγματικές, και όχι μόνον, ισορροπίες.

Και μην αντιτείνει κάποιος ότι το ερώτημα δεν είναι αυτό, αλλά αν η χώρα θα πρέπει να αποδεχθεί μια συμφωνία που της προτείνουν οι δανειστές της.

Όλοι ξέρουμε πως ουσιαστικά αυτό σημαίνει.

Αν το αποτέλεσμα είναι «όχι» και οι εταίροι-δανειστές το αγνοήσουν και παραμείνουν αμετακίνητοι στο σχέδιο τους η κυβέρνηση είτε θα πρέπει να εγκαταλείψει το ευρώ με ότι αυτό συνεπάγεται είτε θα πρέπει να αγνοήσει το αποτέλεσμα κάτι που δεν μπορεί να κάνει χωρίς να μετατρέψει το δημοψήφισμα σε παρωδία και να έλθει σε ευθεία αντιπαράθεση με τη λαϊκή βούληση.

Ακόμη και το δημοψήφισμα που πρότεινε στις Κάννες ο Γ. Παπανδρέου και ήταν η αιτία της απομάκρυνσής του από την πρωθυπουργία είναι διαφορετικό από αυτό που προτείνει ο Αλ. Τσίπρας.

Αν το 2011 γίνονταν δημοψήφισμα και το αποτέλεσμα ήταν «όχι» η διαχείρισή του ήταν πιο εύκολη.

Το πρώτο μνημόνιο δεν είχε αγγλικό δίκαιο, τα οικονομικά της χώρας ήταν κακά, αλλά όχι στο χάλι που βρίσκονται τώρα και το σπουδαιότερο οι δανειστές δεν ήταν οχυρωμένοι, όπως τώρα, απέναντι σ’ ένα Grexit.

Αν το αποτέλεσμα είναι «ναι» η ζημία θα είναι διπλή.

Αφενός θα προσδώσει αυξημένη ισχύ και αίγλη στο σχέδιο των δανειστών, το οποίο η κυβέρνηση θεωρεί, και έτσι είναι, εξοντωτικό.

Δηλαδή όχι μόνον δεν θα το αποφύγουμε, αλλά και θα μας αλυσοδέσουν.

Και αφετέρου η χώρα θα οδηγηθεί αναγκαστικά σε εκλογές αφού η κυβέρνηση, που τάσσεται υπέρ του «όχι» θα έχει αποδοκιμαστεί και δεν θα μπορεί να κυβερνήσει.

Καλή λοιπόν η επίκληση της Δημοκρατίας και οι σπονδές στη λαϊκή βούληση, αλλά θα πρέπει να σκεφτούμε μήπως το δημοψήφισμα αντί να την ενδυναμώσει, την αποδυναμώσει -αν τα αποτελέσματά του δεν είναι παραγωγικά και δεν δώσουν λύση στο πρόβλημα.

Η περαιτέρω οικονομική καταστροφή που θα συντελεσθεί όσο η χώρα θα ασχολείται με δημοψηφίσματα και εκλογές δεν θα ενδυναμώσουν τη Δημοκρατία, θα την κάνουν πιο ευάλωτη.

Ήδη τα πρώτα αποτελέσματα τα βλέπουμε από τις ουρές χθες στις τράπεζες και τα βενζινάδικα και από σήμερα στα σούπερ μάρκετ και τα φαρμακεία.

Και θα πρέπει να περιμένουμε να μετρήσουμε τις επιπτώσεις που θα έχει στον τουρισμό αφού οι ραγδαίες εξελίξεις που δημιουργεί το δημοψήφισμα γίνονται μεσούσης της τουριστικής περιόδου, αλλά και στα δημόσια έσοδα καθώς είναι οι μέρες που πρέπει να υποβληθούν οι φορολογικές δηλώσεις.

Αν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος μας οδηγήσει σε ρήξη με τους δανειστές και έξοδο από το ευρώ η συνακόλουθη χρεωκοπία και φτωχοποίηση μπορεί να γεννήσει κοινωνικά και πολιτικά τέρατα και να δημιουργήσει συνθήκες ακραίας πόλωσης και διχασμού.

Και τέτοια φαινόμενα σίγουρα δεν προάγουν τη Δημοκρατία, αλλά την αμφισβητούν.

Και βέβαια θα πρέπει να σκεφτούμε μήπως η οικονομική και πολιτική απομόνωση της χώρας από τους ευρωπαίους εταίρους της την καταστήσει και ευάλωτη σε άλλους κινδύνους που άπτονται της ασφάλειας και της εθνικής της ακεραιότητας.

Εξυπακούεται πως η προσφυγή σε δημοψήφισμα δεν γίνεται για λόγους δημοκρατικής ευαισθησίας, αλλά για λόγους πολιτικών σκοπιμοτήτων.