syllhpsi_533_355

Διευθυντής της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής, Υποστράτηγος Χρήστος Παπαζαφείρης:

Κυρίες και κύριοι καλημέρα σας.

Σας καλέσαμε στη σημερινή μας παρουσίαση για να σας ανακοινώσουμε ότι η Ελληνική Αστυνομία κατάφερε να εξαρθρώσει και να αποδομήσει ένα πολυμελές εγκληματικό δίκτυο, που δραστηριοποιείτο συστηματικά – σε διεθνές επίπεδο – στο πεδίο της παράνομης διακίνησης ανθρώπων.

Πρόκειται για μια σύνθετη υπόθεση, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, λόγω της διεθνικής μορφής και δράσης του εγκληματικού αυτού δικτύου, που είχε  απλώσει τα «πλοκάμια» του σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, διακινώντας αλλοδαπούς κυρίως από το  Ιράν, τη Συρία, το Πακιστάν αλλά και άλλες χώρες, με προορισμό την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη.

Η εξάρθρωση του εγκληματικού αυτού δικτύου είναι αποτέλεσμα πολύμηνης και πολύπλευρης προσπάθειας.

Δυο είναι οι βασικοί πυλώνες που μας οδήγησαν στο αποτέλεσμα αυτό.

Ο ένας πυλώνας είναι η συστηματική και μεθοδική δουλειά, που περιλαμβάνει:

  • κεντρικό επιχειρησιακό σχεδιασμό και συντονισμό,
  • αξιοποίηση σύγχρονων ερευνητικών διαδικασιών,
  • χρήση τεχνολογίας και ειδικών μεθόδων,
  • χαρτογράφηση της δράσης της οργάνωσης,
  • σύνθεση του εγκληματικού «προφίλ» των μελών της και κυρίως
  • συνδυαστική ανάλυση των πληροφοριακών και των ερευνητικών δεδομένων.

Ο δεύτερος πυλώνας είναι οι μεγάλες δυνατότητες που μας προσφέρει διαχρονικά η συναντίληψη και η συνεργασία. Επιβεβαιώνεται για άλλη μια φορά ότι η αστυνομική συνεργασία είναι ο ισχυρός σύμμαχος, το καλύτερο αντίμετρο των Αρχών επιβολής του Νόμου απέναντι στα κυκλώματα αυτά, που αποτελούν διεθνώς τις νέες μορφές σοβαρού και οργανωμένου εγκλήματος.

Με βάση τους δυο αυτούς πυλώνες καταλήξαμε σε οργανωμένες αστυνομικές επιχειρήσεις τόσο στη χώρα μας όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο, που απέφεραν πολλές συλλήψεις και κατασχέσεις και εντοπισμό πλήρως εξοπλισμένων εργαστήριων κατάρτισης πλαστών εγγράφων, για τα οποία θα σας ενημερώσει αναλυτικά ο Εκπρόσωπος Τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας, Αστυνομικός Υποδιευθυντής Θεόδωρος Χρονόπουλος.

Θέλω να συγχαρώ τα στελέχη της Υποδιεύθυνσης Οργανωμένου Εγκλήματος της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής καθώς και όλων των Υπηρεσιών που συνέβαλαν με οποιοδήποτε τρόπο στη σημαντική αυτή εξάρθρωση.

Θα μου επιτρέψετε να κάνω ιδιαίτερη μνεία και να ευχαριστήσω δημόσια την Εθνική Υπηρεσία Εγκλήματος (NCA) του Ηνωμένου Βασιλείου, και τους παριστάμενους Αξιωματούχους της Υπηρεσίας αυτής, για την εξαιρετική συνεργασία που διατηρούμε στον κοινό αγώνα κατά του οργανωμένου εγκλήματος.

Θα ήθελα να επισημάνω ότι η συγκεκριμένη εξάρθρωση αποτελεί ένα καίριο πλήγμα, ένα καθοριστικό «χτύπημα» στα οργανωμένα εγκληματικά κυκλώματα που δραστηριοποιούνται διεθνώς στη παράνομη διακίνηση ανθρώπων.

Εμείς από τη μεριά μας θα συνεχίσουμε τον διαρκή αγώνα για την αποδόμηση των εγκληματικών αυτών δικτύων, που η δράση τους ενέχει ιδιαίτερη ποινική αλλά κυρίως κοινωνική απαξία.

Αποτελούν τη σύγχρονη έκφραση του «δουλεμπορίου», καθώς στο βωμό του κέρδους εμπορεύονται και εκμεταλλεύονται ανθρώπινες ψυχές, προσβάλλοντας βάναυσα τον πυρήνα των ατομικών δικαιωμάτων, την αξία του ανθρώπου και τον πολιτισμό μας.

Σας ευχαριστώ.

Εκπρόσωπος Τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας, Αστυνομικός Υποδιευθυντής Θεόδωρος Χρονόπουλος:

Όπως σας προανέφερε ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής, εξαρθρώσαμε διεθνικό εγκληματικό δίκτυο, το όποιο δραστηριοποιούνταν στη διευκόλυνση της παράνομης εξόδου αλλοδαπών, τόσο από τη χώρα μας όσο και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες (Ισπανία, Γαλλία κ.λπ.), με τη χρήση πλαστών ταξιδιωτικών εγγράφων, με τελικό προορισμό χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία, η Ολλανδία, το Βέλγιο και η Ελβετία.

Μετά από συντονισμένη αστυνομική επιχείρηση της Υποδιεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος και Εμπορίας Ανθρώπων, της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής, που πραγματοποιήθηκε την προηγούμενη Πέμπτη 08 Δεκεμβρίου 2016, συνελήφθησαν στην Αττική (24) μέλη του δικτύου και συγκεκριμένα (17) υπήκοοι Ιράν, (2) υπήκοοι Ιράκ, (2) υπήκοοι Πακιστάν και άλλοι τρεις αλλοδαποί από Αλγερία, Αζερμπαϊτζάν και Τυνησία. Μεταξύ των συλληφθέντων περιλαμβάνεται και το αρχηγικό μέλος.

Παράλληλα συγκατηγορούμενοι των ανωτέρω για τη συμμετοχή τους στις παράνομες δραστηριότητες της οργάνωσης είναι επιπλέον 12 άτομα.

Σε βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία κακουργηματικού χαρακτήρα, για τα – κατά περίπτωση – αδικήματα της σύστασης και συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, της πλαστογραφίας καθώς και της παράβασης της νομοθεσίας για τη διευκόλυνση της εξόδου από το ελληνικό έδαφος, πολιτών τρίτων χωρών.

Για την πλήρη αποδόμηση και διακρίβωση όλου του εύρους της παράνομης δραστηριότητας των μελών του εγκληματικού δικτύου, προηγήθηκε πολύμηνη και εμπεριστατωμένη αστυνομική έρευνα, στο πλαίσιο της οποίας διασταυρώθηκαν, αξιολογήθηκαν και αναλύθηκαν όλα τα στοιχεία και δεδομένα που προέκυψαν, ενώ αξιοποιήθηκαν και ειδικές ανακριτικές τεχνικές και τεχνολογικά μέσα, σε συνεργασία με την Εθνική Υπηρεσία Εγκλήματος του Ηνωμένου Βασιλείου (ΝCA).

Πιο αναλυτικά, διακριβώθηκε ότι τα μέλη του εγκληματικού δικτύου έχοντας δομημένη και διαρκή δράση και χρησιμοποιώντας συγκεκριμένη μεθοδολογία δράσης, από τον Ιούνιο του 2016, δραστηριοποιούνταν  συνεχώς στη διευκόλυνση της παράνομης εξόδου αλλοδαπών υπηκόων από τη χώρα μας και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, προς τις χώρες της κεντρικής Ευρώπης και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Ηγετικό ρόλο στη οργάνωση κατείχε 28χρονος υπήκοος Ιράν, ενώ η διακίνηση των αλλοδαπών επιτυγχάνονταν αεροπορικώς, μέσω αεροδρομίων, με τη χρήση πλαστών ταξιδιωτικών εγγράφων.

Πιο αναλυτικά, η δομή, η διασύνδεση, οι συνεργασίες και ο τρόπος δράσης (modus operandi) της εγκληματικής οργάνωσης εντοπίζεται σε πέντε επίπεδα:

Το πρώτο επίπεδο αφορά στον εφοδιασμό της οργάνωσης με πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα από το εξωτερικό.

Σε αυτό το επίπεδο μέλη του δικτύου με ρόλο «προμηθευτή», είχαν πρόσβαση σε μεγάλο αριθμό κλεμμένων ή απολεσθέντων ταξιδιωτικών εγγράφων (διαβατήρια, ταυτότητες κυρίως ευρωπαϊκών), τα οποία παραλάμβαναν με δέματα από την Ισπανία και συγκεκριμένα από έτερο μέλος το οποίο διέμενε μόνιμα στη Βαρκελώνη και είχε το διακριτό ρόλο να τα αποστέλλει στην Αττική, μέσω εταιρειών ταχυμεταφορών.

Μετά την άφιξη των δεμάτων στην Ελλάδα, οι «προμηθευτές» προέβαιναν στην παραλαβή  και στην αποθήκευση τους σε σπίτια που διατηρούσε η εγκληματική οργάνωση για το σκοπό αυτό και στη συνέχεια οι «προμηθευτές» αφού ήλεγχαν την ποιότητα και την «εμπορική» αξία του συνόλου των εγγράφων ,προχωρούσαν στις αντίστοιχες μεταφορές εμβασμάτων από και προς την Ισπανία, μέσω διεθνών εταιρειών μεταφοράς χρημάτων.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι «προμηθευτές», ταξίδευαν αυτοπροσώπως στην Ισπανία, όπου και προμηθεύονταν ταξιδιωτικά έγγραφα, τα οποία στη συνεχεία εισήγαγαν στην Ελλάδα ενώ υπολογίζεται ότι από τον Ιούλιο του 2016 μέχρι και σήμερα, περισσότερα  από 1.000 ταξιδιωτικά έγγραφα εισήλθαν από την Ισπανία στην Ελλάδα, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για τη διακίνηση αλλοδαπών.

Το δεύτερο επίπεδο, αφορά στην αναζήτηση και προμήθεια του δικτύου με κατάλληλα ταξιδιωτικά έγγραφα.

Στο επίπεδο αυτό μέλη του δικτύου με ρόλο «διακινητή», βρισκόταν σε καθημερινή επικοινωνία με τους «προμηθευτές», προσπαθώντας να εντοπίσουν τα καταλληλότερα ταξιδιωτικά έγγραφα (κυρίως διαβατήρια και ταυτότητες).

Στο στάδιο αυτό λάμβαναν υπόψη τους μία σειρά από παραμέτρους, όπως φύλο, ηλικία, ύψος, εξωτερική εμφάνιση, οικογενειακή κατάσταση, επιθυμητός προορισμός κ.λπ. του υπό διακίνηση αλλοδαπού καθώς και παραμέτρους που αφορούν το ταξιδιωτικό έγγραφο, όπως η χώρα προέλευσης, παλαιότητα, θεωρήσεις και σφραγίδες, φθορά  κ.λπ.

Στη συνέχεια, οι «προμηθευτές», με τη χρήση ηλεκτρονικών εφαρμογών επικοινωνίας, έστελναν στους «διακινητές» φωτογραφίες των ταξιδιωτικών εγγράφων για να τα αξιολογήσουν σύμφωνα με τις προαναφερόμενες παραμέτρους και ακολούθως σε μεταξύ τους συναντήσεις πραγματοποιούνταν οι συμφωνηθείσες παραδόσεις/παραλαβές των ταξιδιωτικών εγγράφων και χρημάτων.

Το τρίτο επίπεδο περιλαμβάνει την παράδοση των ταξιδιωτικών εγγράφων στους πλαστογράφους, για περαιτέρω επεξεργασία.

Σε αυτό το στάδιο οι «διακινητές», μετά την παραλαβή των ταξιδιωτικών εγγράφων από τους «προμηθευτές», τα παρέδιδαν απευθείας στους «πλαστογράφους» του δικτύου, οι οποίοι, από κοινού με τους συνεργάτες τους και ακολουθώντας τις κατευθύνσεις των «διακινητών», προέβαιναν στην πλαστογράφηση τους.

Για τη νόθευση των ταξιδιωτικών εγγράφων χρησιμοποιούσαν συγκεκριμένες μεθόδους με αντικατάσταση των φωτογραφιών ή επεξεργασία των χαρακτηριστικών των φωτογραφιών και σε κατά περίπτωση αλλαγή των επιμέρους στοιχείων των ταξιδιωτικών εγγράφων.

Σκοπός ήταν η κατάρτιση όσο το δυνατόν άρτιων και ποιοτικών πλαστών ταξιδιωτικών εγγράφων, ούτως ώστε να μη διαπιστωθεί η πλαστότητα από τις ελεγκτικές Αρχές, ενώ  χρησιμοποιούσαν κατάλληλο υλικοτεχνικό και τεχνολογικό εξοπλισμό.

Μετά την ολοκλήρωση της κατάρτισης των πλαστών ταξιδιωτικών εγγράφων, οι «πλαστογράφοι» έστελναν σχετικές φωτογραφίες των ταξιδιωτικών εγγράφων στους «διακινητές», προκειμένου να ελέγξουν την ποιότητά τους και να δώσουν το «πράσινο φως» για την έναρξη της διαδικασίας προώθησης των υπό διακίνηση αλλοδαπών, ενώ χρησιμοποιούσαν συγκεκριμένο κώδικα επικοινωνίας για την παραπλάνηση των διωκτικών Αρχών.

Μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις οι «διακινητές» τα παρέδιδαν ανόθευτα στους υπό διακίνηση αλλοδαπούς, οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι την ομοιότητα τους με τους πραγματικούς κατόχους των εγγράφων, τα χρησιμοποιούσαν για να επιτύχουν την παράνομη έξοδο τους από τη χώρα.

Το τέταρτο επίπεδο δράσης τους, αφορά στη διακίνηση των αλλοδαπών από την Ελλάδα προς χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, καθώς και από χώρες του εξωτερικού προς το Ηνωμένο Βασίλειο.

Στο επίπεδο αυτό, αρχικά έχουμε περιπτώσεις που οι παράνομες διακινήσεις πραγματοποιούνταν στην Ελλάδα από το διεθνή αερολιμένα Αθηνών «Ελευθέριος Βενιζέλος».

Τα μέλη του εγκληματικού δικτύου κατάφερναν να εντοπίζουν πλήθος αλλοδαπών οι οποίοι επιθυμούσαν να εξέλθουν παράνομα από τη χώρα, αξιοποιώντας το «κοινωνικό δίκτυο» που είχαν αναπτύξει, τόσο με ομοεθνείς, όσο και με αλλοδαπούς άλλων εθνικοτήτων που διαβιούν στη χώρα μας.

Στη συνέχεια, οι «διακινητές» προέβαιναν στη διευθέτηση των τελευταίων «λεπτομερειών» πριν την έναρξη της διακίνησης που αφορούσαν σε «παρεμβάσεις» στην εξωτερική τους εμφάνιση και προέβαιναν στην κράτηση των αεροπορικών εισιτηρίων, τα οποία επέλεγαν με κριτήριο, αφενός το χαμηλό κόστος και αφετέρου τον εντοπισμό της κατάλληλης αεροπορικής εταιρείας.

Στο τελικό στάδιο, οι «διακινητές» συνόδευαν τους διακινούμενους μέχρι το αεροδρόμιο,  παρέχοντάς τους τις απαραίτητες οδηγίες, διατηρώντας πάντα αρκετή απόσταση, προκειμένου να μην είναι δυνατή η συσχέτιση τους με τη διακίνηση, σε περίπτωση εντοπισμού και σύλληψης του διακινούμενου.

Ο τελικός προορισμός των διακινούμενων, στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν το Ηνωμένο Βασίλειο, με ενδιάμεσους σταθμούς χώρες της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης, όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία, ενώ οι αμοιβές της εγκληματικής οργάνωσης, κυμαίνονταν από 3.000 έως 15.000 ευρώ, ανάλογα με τον τελικό προορισμό και τους ενδιάμεσους σταθμούς.

Αναφορικά με τις παράνομες διακινήσεις που πραγματοποιούνταν από άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, προέκυψε ότι ορισμένα μέλη του δικτύου, από κοινού με άλλα μέλη στο Ιράν, την Ισπανία και άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, οργάνωναν και διευκόλυναν τη διακίνηση αλλοδαπών, κυρίως από το Ιράν, που επιθυμούσαν να μεταβούν παράνομα προς το Ηνωμένο Βασίλειο ή άλλες χώρες της Βόρειας Ευρώπης.

Για το σκοπό αυτό, αρχικά είχαν αναπτύξει ένα «μηχανισμό», μέσω του οποίου διακινούσαν τους αλλοδαπούς από το Ιράν προς την Ευρώπη, εξασφαλίζοντας την έκδοση νόμιμων θεωρήσεων (visas), από ευρωπαϊκές Πρεσβείες με έδρα στο Ιράν.

Στη συνεχεία με την άφιξή τους στις Ευρωπαϊκές χώρες, τους χορηγούνταν από το δίκτυο πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα και τους προωθούσαν στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Επισημαίνεται ότι το εγκληματικό δίκτυο, από τον Ιούλιο του 2016 μέχρι και σήμερα, διακίνησε με τους προαναφερόμενους τρόπους, ή αποπειράθηκε να διακινήσει, περισσότερους από (100) αλλοδαπούς κυρίως υπηκόους Ιράν, Σύριας και Πακιστάν.

Το πέμπτο και τελευταίο επίπεδο της παράνομης δράσης τους αφορά τους τρόπους διακίνησης των παράνομων κερδών τους.

Το εγκληματικό δίκτυο χρησιμοποιούσε για τη διακίνηση των παράνομων κερδών του από την Ελλάδα προς τις χώρες του εξωτερικού, δύο τρόπους και συγκεκριμένα:

  • Το εξωτραπεζικό σύστημα διακίνησης χρημάτων «hawala»
  • Διεθνείς εταιρείες μεταφοράς χρημάτων, όπου χρησιμοποιούσαν ως αποστολείς και παραλήπτες «αχυρανθρώπους», καθιστώντας με αυτό τον τρόπο δυσχερή τον εντοπισμό των επίμαχων συναλλαγών και τη συσχέτιση τους με αυτές.

Ωστόσο τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης με έδρα την Αττική, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, συναλλάσσονταν με μετρητά.

Κατά την αστυνομική επιχείρηση που οργανώθηκε για την πλήρη αποδόμηση του δικτύου, πραγματοποιήθηκαν συνολικά (25) έρευνες σε οικίες και καταστήματα και εντοπιστήκαν (3) διαμερίσματα του εγκληματικό δικτύου, εντός των οποίων είχαν εγκαταστήσει πλήρως εξοπλισμένα εργαστήρια κατάρτισης πλαστών εγγράφων.

Στα τρία εργαστήρια κατάρτισης πλαστών ταξιδιωτικών εγγράφων βρέθηκαν και κατασχέθηκαν:

  • περίπου 1.200 διαβατήρια τρίτων προσώπων,
  • περίπου 300 ταυτότητες τρίτων προσώπων,
  • πλήθος πλαστών εγγράφων (άδειες παραμονής, άδειες ικανότητας οδήγησης κ.λπ.).
  • ηλεκτρονικoί υπολογιστές, εκτυπωτές και μηχανήματα σάρωσης, τελευταίας τεχνολογίας,
  • υπερσύγχρονα μηχανήματα και εργαλεία κατάρτισης υψηλής ποιότητας πλαστών ταξιδιωτικών εγγράφων,
  • πλήθος εργαλείων, εξαρτημάτων και συσκευών που χρησιμοποιούνται για την κατάρτιση πλαστών εγγράφων πάσης φύσεως,
  • εντυπώματα σφραγίδων σε ζελατίνες, μήτρες σφραγίδων και στρογγυλές σφραγίδες δημοσίων υπηρεσιών (ελληνικών και αλλοδαπών).

Στην κατοχή και στις οικίες των εμπλεκομένων:

 

  • Τα χρηματικά ποσά των 31.975 ευρώ και 29.536 δολαρίων Η.Π.Α.
  • (5) αυτοκίνητα και
  • πλήθος πειστηρίων που επιβεβαιώνουν την εμπλοκή των συλληφθέντων στα διαπραττόμενα αδικήματα

 

Οι έρευνες για τη διακρίβωση όλου του φάσματος της παράνομης δραστηριότητας του εγκληματικού δικτύου συνεχίζονται καθώς και για τον εντοπισμό και ταυτοποίηση των υπόλοιπων εμπλεκομένων.

Οι συλληφθέντες, με δικογραφία που σχηματίστηκε σε βάρος τους οδηγήθηκαν στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών.

Απόδοση δηλώσεων του Επικεφαλής Επιχειρήσεων NCA Border Police Command, κ. Chris Hogben:

Ο κ. Chris Hogben επικεφαλής των επιχειρήσεων του National Crime Agency (NCA), Εθνική Υπηρεσία κατά του Εγκλήματος της Βρετανίας, και Υποδιευθυντής της βρετανικής Επιχείρησης “Ιnvigor”, η οποία στοχεύει στην καταπολέμηση του σοβαρού και οργανωμένου εγκλήματος στο χώρο της παράνομης διακίνησης μεταναστών που προωθούνται μέσω των χωρών της Μεσογείου προς το Ηνωμένο Βασίλειο.

Η Επιχείρηση Invigor καλύπτει σχεδόν όλες τις χώρες της Ευρώπης, και σαν αντικείμενο έχει αποκλειστικά την καταπολέμηση των οργανωμένων εγκληματικών κυκλωμάτων παράνομης διακίνησης μεταναστών. Το NCA όπως είπε ο κ. Hogben, έχει πολύ καλή και αγαστή συνεργασία με τις ελληνικές Aρχές και ειδικότερα με την Ελληνική Αστυνομία, αποτέλεσμα της οποίας είναι και η πολύ επιτυχημένη επιχείρηση, στην οποία αναφέρθηκε τόσο ο Στρατηγός όσο και ο κ. Χρονόπουλος, με λεπτομέρεια. Kαι για αυτό το λόγο ο κ. Hogben δεν θέλησε να μπει στις λεπτομέρειες της Επιχείρησης που διεξήχθη εδώ.

Εκτός από το NCA σε αυτήν την επιχείρηση συνεργάστηκε η Europol και η Eurojust. Συγκεκριμένα στην Αγγλία σε μία Επιχείρηση που συνδέεται με την ελληνική έγιναν (9) συλλήψεις στις 05 & 06 Δεκεμβρίου σε διάφορες περιοχές μεταξύ των οποίων, η Γλασκώβη, το Μάντσεστερ και το Νορθάμπτον.

Ο κ. Hobgen αναφέρθηκε στο “Ρroject Invigor”, το οποίο είναι μια βρετανική Επιχείρηση, ευρείας κλίμακας στην οποία δεν μετέχει  μόνο το NCA αλλά και το “Immigration Enforcement”, το επιχειρησιακό τμήμα της βρετανικής Υπηρεσίας Αλλοδαπών, καθώς και το “Crown Prosecution Service” που αναλαμβάνει την δικαστική δίωξη.

Άρα, περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα Yπηρεσιών και ως τέτοιο είναι ίσως το ευρύτερα ανεπτυγμένο “project” αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη με στόχο τη δίωξη του οργανωμένου εγκλήματος, αναφορικά με την παράνομη διακίνηση μεταναστών και την αποτροπή της εισόδου τους στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Ο κ. Hogben θα ήθελε να ευχαριστήσει τους Έλληνες συναδέλφους του για την ευκαιρία που του δώσανε να παρευρίσκεται σήμερα εδώ και να μιλήσει για αυτήν την Επιχείρηση από την βρετανική πλευρά.

Ελπίζει να συνεχιστεί το ίδιο επιτυχημένα η συνεργασία, προκειμένου να υπάρξουν τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα στην αντιμετώπιση του φαινομένου της παράνομης διακίνησης μεταναστών και των κυκλωμάτων που τους προωθούν.