Συνεχίζουμε το ταξίδι μας στην μηχανή του χρόνου έτσι όπως την καταγράφουν τα πρακτικά του συνεδρίου «Αχελώος και τα χωριά περί τον καλούμενον Καμπύλον ποταμόν» σε επιμέλεια Χρυσούλας Σπυρέλη και Αθανασιου Παλιουρα (εκδοσεις Πασχέντη).
 
ίσως λίγοι ξέρουν την πλούσια κληρονομιά που μας άφησαν οι Αρχαίοι προγονοί μας.Θα ξεκινήσουμε την παρουσίαση αυτών των ευρημάτων ξεκινώντας από το βόρειο τμήμα της Παρακαμπύλιας ενότητας μεχρι τον Αγιο Βλάσιο.
 
Σε επόμενες σημοσιευσεις θα παρουσιαστούν όλα τα αρχαία ευρήματα της περιοχής μας.Κάθε τόπος εχει τα δικά του μυστικά την δική του ιστορία..Ξεκιναμε λοιπον!!!
«Θα ξεκινήσουμε την περιήγησή μας από βορρά προς νότο και συγκεκριμένα από το βορειότερο χωριό του δήμου, τον Ψηλόβραχο. Σε απότομο βραχώδες έξαρμα, το οποίο βρίσκεται κοντά στο μικρό ναΰδριο της Ζωοδόχου Πηγής ή Αγίας Δευτέρα, διατηρείται ένα εντυ­πωσιακό τμήμα οχύρωσης που ενδεχομένως ανήκει στην ακρόπολη κάποιας αταύτιστης αιτωλικής κώμης και που προσφέρει απεριόρι­στη δέα προς την τεχνητή λίμνη Κρεμαστών, την επαρχία Βάλτου και την Ευρυτανία
.
Το τείχος (Εικ. 4) έχει συνολικό μήκος 75 μ., είναι κατασκευασμένο από αδρές πέτρες διαφόρων μεγεθών, το ύψος του πλησιάζει τα 2 μ. και το πλάτος του τα 2,5 μ. Στα πρανή του λόφου της ακρόπολης (Εικ. 5) είναι ορατά επίσης τμήματα διαφόρων τοιχοποιιών (Εικ. 6).
Η δέση παρουσιάζει ελάχιστα επιφανειακά όστρακα, κυρίως αβαφή, τα οποία ωστόσο δεν βοηθούν στον προσδιο­ρισμό της χρονολόγησής τους. Από την περιοχή προοέρχονται τρεις πήλινεςπυραμιδόσχημες αγνύθες8 (Εικ. 7), καθώς επίσης χάλκινο νόμισμα του Κοινού των Θεσσαλών (Εικ. 8),το οποίο στον εμπροσθότυπο εικονίζει ανδρική μορφή προς τα δεξιά και στον οπισθότυπο τέθριππο με Νίκη και την επιγραφή ΚΟΙΝΟΝ ΘΕΣΣΑΛΩΝ, και ένα ακόμη χάλκινο νόμισμα Λοκρών με γυναικεία κεφαλή προς τα αρι­στερά και δυσδιάγνωστο οπισθότυπο (Εικ. 9).
Ακολουθώντας τον επαρχιακό δρόμο Καρπενησιού – Αγρίνιου, λίγο μετά το εκκλησάκι του Αγίου Λογγίνου, στη θέση «Ελληνικά» Σιδή­ρων, συναντάμε μία ακόμη αιτωλική πόλη, η οποία ταυτίζεται από πολλούς μελετητές με την πρωτεύουσα της χώρας των Απέραντων, Απεραντία.

Πενιχρά είναι τα ορατά σήμερα λείψανα από την οχύρω­ση τόσο της ακρόπολης όσο και της ίδιας της πόλης.» Η ακρόπολη καταλαμβάνει ένα επίμηκες πλάτωμα, συνολικού μήκους 350 μ. και πλάτους που φθάνει τα 60 μ.

 Η θέση ήταν γνωστή στον άγγλο περιη­γητή Woodhouse ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, ο οποίος αναφέ­ρει την ύπαρξη ενός δημόσιου οικοδομήματος με επιμελημένη τοιχο­ποιία στην κορυφή του λόφου της ακρόπολης που φέρει σήμερα την ονομασία Μακριά Ράχη. Παρά το γεγονός ότι με τις καλλιέργειες έχουν προκληθεί βλάβες, οι οποίες έχουν αλλοιώσει τη μορφή του οχυρωματικού περιβόλου της ακρόπολης, ωστόσο διακρίνονται διάσπαρτοί αρκετοί ογκόλιθοι του (Εικ. 10).
 Στο βόρειο άκρο της είναι σήμερα ορατά στοιχεία που μάλλον ανήκουν οε τάφους. Στο φρύδι του λόφου είναι κτισμένες νεώτερες κυκλικές κατασκευές που ταυ­τίζονται με νεώτερα παρατηρητήρια ή πολυβολεία (Εικ. 11).
Η Θέα που προσφέρεται από την ακρόπολη προς τον Βάλτο, την Ευρυτανία και την τεχνητή λίμνη Κρεμαστών είναι καταπληκτική (Εικ. 12).
Εικ 16-18 Άγιος Βασίλειος: λύθινες επιτύμβιες στήλες
Ο οικισμός εκτείνονταν ανατολικά της ακρόπολης, όπου παρατηρείται μεγάλη διασπορά επιφανειακών οστράκων και κεραμιδιών.
 Από το τείχος του που είναι κτισμένο από ψαμμιτόλιδους κατά το ψευδοϊσόδομο τραπεζιόσχημο σύστημα, ελάχιστα ίχνη διατηρούνται σήμερα ώστε δεν μας επιτρέπουν να διακρίνουμε την ακριβή πορεία του

(Εικ. 13). Από τη θέση αυτή προέρχονται τρεις πυραμιδόσχημες και μία κωνική αγνύθα (Εικ. 14).

Τα νεκροταφεία του οικισμού εκτείνονταν στη δυτική πλαγιά του λόφου της ακρόπολης στις θέσεις «Αγραπιδιές». «. Τσοπουρνιά» και «Στεργιέικα», απ’ όπου προέρχονται πέντε ενεπίγραφες επιτύμβιες στήλες που φυλάσσονται στο Αρχαιο­λογικό Μουσείο, Αγρίνιου (Εικ. 15-16). 
 
Σε μία εξ αυτών αναγράφε­ται το όνομα του Θεόδοτου (Εικ. 17). 
Το ίδιο όνομα απαντάται σε μία ακόμη επιγραφή δίπλα στο εθνικό Απεραντός.
 Πρόκειται για αξιωματούχο της Αιτωλικής Συμπολιτείας που κατείχε το αξίωμα του ιερο- μνήμονα του 215/4 π.Χ., όπως έχουμε ήδη αναφέρει.
Από τη θέση «Μνήμα» προέρχεται μία ακόμη επιτύμβια στήλη (Εικ. 18) που φέρει την επιγραφή ΑΜΥΝΑΝΔΡΟΣ / ΠΟΛΕΜΑΙΟΥ / ΛΟΧΑΓΟΥ / ΠΟΛΕΜΑΙΟΥ, καθώς επίσης τμήμα και λαβή χάλκινων αγγείων.
Τάφοι έχουν έλθει επίσης στο φως κοντά στο σημερινό χωριό της Χούνης. Σύμφωνα με ιδιόχειρη αναφορά (Εικ. 19) του τότε Εφόρου Αρχαιοτήτων Νικόλαου Ζαφειρόπουλου προς
 τη Διεύθυνση Αρχαιοτή­των του Υπουργείου Παιδείας αποκαλύφθηκαν το 1953 και περιεί­χαν μελαμβαφή αγγεία καλής ποιότητας των ελληνιστικών χρόνων, ορισμένα εκ των οποίων έφεραν διακόσμηση κλάδων κισσού. Τάφοι και ανάμεσα τους πιθάρι διαπιστώθηκαν επίσης στις ιδιοκτησίες I. Νταλαπέρα και Σ. Δαγάνη.»
parakampylianews.blogspot.gr