Διπλάσιο οικονομικό όφελος, που υπολογίζεται στα 36,3 δισ. ευρώ, αναμένεται να έχουν σε βάθος χρόνου οι επενδύσεις – ύψους 18,1 δισ. ευρώ – που απαιτούνται για την εξοικονόμηση ενέργειας στη χώρα μας ως το 2030, όπως τόνισε ο πρόεδρος του Κέντρου Ανανεώσιμων Πηγών και Εξοικονόμησης Ενέργειας (ΚΑΠΕ), Βασίλης Τσολακίδης, στη διάρκεια της σημερινής του ομιλίας σε ημερίδα του Ελληνογερμανικού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου στη Θεσσαλονίκη.

Ο κ. Τσολακίδης είπε ότι για να επιτευχθούν οι στόχοι που έχουν τεθεί στη χώρα μας, βάσει και των επιταγών της ΕΕ, για την εξοικονόμηση ενέργειας χρειάζονται κεφάλαια και επενδύσεις ύψους 18,1 δισ. ευρώ ως το 2030. «Είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο που η ελληνική οικονομία δύσκολα μπορεί να αντέξει», τόνισε και πρόσθεσε: «όπως έχουμε υπολογίσει όμως, θα επιφέρουν όφελος διπλάσιο έναντι του αρχικού κόστους των επενδύσεων. Με την εξοικονόμηση ενέργειας από την υλοποίηση των Project, θα επιτευχθεί οικονομικό όφελος 36,3 δισ. ευρώ σε βάθος χρόνου».

Ο κ. Τσολακίδης παρουσίασε ένα υποθετικό πρόγραμμα ενεργειακής αναβάθμισης δημόσιων κτιρίων που προετοιμάζεται από κοινού από το ΚΑΠΕ και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και αφορά – μεταξύ άλλων -σχολεία, πανεπιστήμια και νοσοκομεία. Χαρακτηριστικά είπε ότι για κάθε 1 εκατ. ευρώ που διατίθεται για την ενεργειακή αναβάθμιση, εξοικονομούνται 553 χιλιάδες κιλοβατόρες ανά έτος, δημιουργείται ετήσιο οικονομικό όφελος 94.000 ευρώ, ενισχύεται το ΑΕΠ κατά 1,136 εκατ. ευρώ, δημιουργούνται 31 νέες θέσεις εργασίας, μειώνεται η εισαγωγή πετρελαίου κατά 110 κυβικά μέτρα/ετησίως και επιτυχγάνεται η μείωση της εκπομπής των ρύπων του διοξειδίου του άνθρακα κατά 553 τόνους ετησίως.

Μιλώντας για την ενεργειακή κατάσταση στην Ελλάδα, ότι η χώρα εισάγει ενέργεια, σε ποσοστό περίπου 80%, δαπανώντας ετησίως 30 δισ. ευρώ,τόνισε ότι το κόστος της ενέργειας αναλογικά ανά κάτοικο στην Ελλάδα και τη Γερμανία, είναι «σχεδόν το ίδιο, όταν το ΑΕΠ στη χώρα μας διαμορφωνόταν στα 176 δισ. ευρώ το 2015 και στη Γερμανία το αντίστοιχο νούμερο διαμορφωνόταν στα 3 τρισ. ευρώ».

Είπε, επίσης, ότι ανά κάτοικο αναλογεί κατανάλωση ενέργειας 3,875 τοε στη Γερμανία και στην Ελλάδα 2,25 τοε και υπογράμμισε ότι «ενώ στη Γερμανία καταναλώνουν πολύ περισσότερη ενέργεια ανά κάτοικο, ωστόσο πληρώνουν όσα πληρώνουν οι κάτοικοι στην Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι στην Ελλάδα έχουμε ένα κόστος 16,5% του ΑΕΠ για την ενέργεια και στην Γερμανία το αντίστοιχο νούμερο διαμορφώνεται μόλις στο μισό, ήτοι 8-8,5% του ΑΕΠ».

Υπογραμμίζοντας ότι το «τεράστιο» ποσό που δαπανά η Ελλάδα για την αγορά ενέργειας συνιστά σε «εμπόδιο» για την αναπτυξιακή προσπάθεια στην χώρα, ο κ. Τσολακίδης επισήμανε ότι «έχουμε εκτιμήσει το ποσό των 30 δισ. ευρώ θα μπορούσε με μέτρα περιορισμού της σπατάλης και εξοικονόμησης της ενέργειας να μειωθεί κατά 50%, αλλά και 60%-70% σε συγκεκριμένους κλάδους, όπως μεταξύ άλλων οδοφωτισμός, κατανάλωση ενέργεια στην παραγωγή πόσιμου νερού, όπου οι διαρροές είναι τεράστιες».

Στην ομιλία του ο κ. Τσολακίδης, σημείωσε ότι την περίοδο 2006-2007 στην Ελλάδα σημειώθηκε «τεράστια κατανάλωση ενέργειας» και τόνισε ότι «ακολούθησε βέβαια περιορισμός της σπατάλης, που όμως δεν οφείλεται στη λήψη μέτρων για την εξοικονόμηση ενέργειας, αλλά κυρίως στην οικονομική κρίση, που περιόρισε και την οικονομική δραστηριότητα». Αναφερόμενος στους στόχους που έχουν τεθεί στη χώρα μας για την εξοικονόμηση ενέργειας, ο ίδιος επισήμανε ότι μέχρι το 2016 «όσοι είχαν τεθεί, επιτεύχθηκαν μεν, αλλά δεν πιάνονται αυτοί που μπήκαν για την περίοδο ως το 2020».

Υπενθύμισε ότι μέχρι το 2020 είχε προγραμματιστεί ο περιορισμός της κατανάλωσης ενέργειας κατά 3,333 εκατ. τόνους ισοδύναμου πετρελαίου «και από ότι φαίνεται θα πιάσουμε 2,156 εκατ.».

Τόνισε δε ότι οι στόχοι που έχουν τεθεί ως το 2030 στο πλαίσιο του ενεργειακής σχεδιασμού είναι η εξοικονόμηση 18,1 εκατ. μεγαβατόρων, που σημαίνει ότι «για τα επόμενα δύο χρόνια έχουμε βάλει στόχο εξοικονόμηση 2,65 εκατ. τόνους ανά έτος, και από εκεί και πέρα 1,28 εκατ. μεγαβατόρες ανά έτος».

Επισήμανε ότι για την Ελλάδα έχει μεγάλη σημασία η απεξάρτηση από την εισαγωγή «ακριβής και ρυπογόνας ενέργειας, που είναι κυρίως τα πετρελαϊκά». Όπως επισήμανε, για κάθε πέντε κιλοβατόρες ενέργειας που εξοικονομούνται, εξοικονομείται ένα λίτρο πετρέλαιο.

Αυτό σημαίνει ότι εάν επιτευχθούν οι στόχοι που έχουν τεθεί μέχρι το 2030 για την εξοικονόμηση ενέργειας, τότε θα έχουμε περιορίσει την εισαγωγή καυσίμων κατά 3.620.000 τόνους πετρελαίου/ετησίως, που σημαίνει ότι θα βελτιωθεί το «δυσάρεστο» σήμερα ισοζύγιο εξαγωγών/εισαγωγών, κατά 1,81 δισ. ευρώ/ετησίως και θα βελτιωθεί το ΑΕΠ κατά περίπου 1%».

Τονίζοντας ότι το πρόγραμμα που προετοιμάζεται στην Ελλάδα για την εξοικονόμηση ενέργειας, έχει διάφορες προκλήσεις, τόνισε ότι αυτές έγκεινται κυρίως «στα δημόσια κτίρια και στις μεταφορές, στη χρηματοδότηση και στη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης, στην ενημέρωση και κατάρτιση των εμπλεκόμενων μερών, στην προώθηση των ενεργειακών υπηρεσιών, στην ενίσχυση του υποδειγματικού ρόλου του δημόσιου τομέα, στην προώθηση των τεχνικών μέτρων στο πλαίσιο του καθεστώτος επιβολής και στην καταπολέμηση της ενεργειακής φτώχειας».

Στο χαιρετισμό του στην ημερίδα ο πρόεδρος της Επιτροπής Β. Ελλάδας, Εληνογερμανικό Εμποροβιομηχανικό Επιμελητήριο, Στέφανος Τζιρίτης, υπογράμμισε τη σημασία λήψης μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας από τις ελληνικές επιχειρήσεις.

Όπως εξήγησε, φροντίζοντας να λάβουν έγκαιρα τα απαραίτητα μέτρα για την εξοικονόμηση ενέργειας, οι ελληνικές επιχειρήσεις θα πετύχουν μείωση των λειτουργικών τους εξόδων και άρα θα μπορούν να προσφέρουν τα προϊόντα τους σε ανταγωνιστικές τιμές στην παγκόσμια αγορά, που στοχεύούν ολοένα και με μεγαλύτερη ένταση.

Ο διευθυντής του παραρτήματος Β. Ελλάδας, Ελληνογερμανικό Εμποροβιομηχανικό Επιμελητήριο, Matthias Hoffman, στον χαιρετισμό του αναφέρθηκε στον προγραμματισμό των επόμενων τεσσάρων αντίστοιχων με τη σημερινή ημερίδα, εκδηλώσεων το 2019, δεδομένου του έντονου ενδιαφέροντος που έχει καταγραφεί σε αυτές που έγιναν και γίνονται φέτος.

Ο γενικός πρόξενος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στη Θεσσαλονίκη, Walter Stechel, σημείωσε ότι η ημερίδα μπορεί να αποτελέσει μια ψηφίδα για την εξοικονοόμηση ενέργειας, μέσω των τεχνικών λύσεων και προϊόντων που παρουσιάζονται και που μπορούν να εφαρμοστούν και στην Ελλάδα. Επιπλέον, τόνισε, ότι «στόχος είναι να φτάσουμε στα όρια αυτού που μπορούμε να κάνουμε για το περιβάλλον μας».

Στη διάρκεια της ημερίδας με θέμα Εξοικονόμηση Ενέργειας και Εκμετάλλευση Οργανικών Απορριμμάτων στην Ελληνική Βιομηχανία Τροφίμων εκπρόσωποι γερμανικών εταιρειών παρουσίασαν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους, ενώ εξειδικευμένοι Έλληνες και Γερμανοί εισηγητές μίλησαν για το θεσμικό πλαίσιο, τις δυνατότητες εφαρμογής και τις προοπτικές χρήσης νέων τεχνολογιών.

Απαντώντας σε ερώτηση του ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο Business development manager του Ελληνογερμανικού Εμποροβιομηχανικού Επιμελητηρίου, Γιώργος Θεοδωράκης, επισήμανε ότι στο πλαίσιο της σημερινής ημερίδας έχουν κλειστεί πάνω 70 B2B συναντήσεις. Είπε, δε, ότι από τη σχετική ημερίδα, που πραγματοποιήθηκε στον περασμένο Ιούνιο, περισσότερες από δέκα συμφωνίες συνεργασίας μεταξύ Ελλήνων και Γερμανών.

ΑΠΕ-ΜΠΕ