Η κατασκευή των φραγμάτων του Συγκροτήματος Αχελώου και η δημιουργία τεσσάρων Υδροηλεκτρικών Σταθμών (ΥΗΣ) -Κρεμαστών (1966), Καστρακίου (1969), Στράτου Ι (1989) και Στράτου ΙΙ (1999)- υπήρξε μια γιγαντιαία παρέμβαση στο γεωμορφολογικό τοπίο τμημάτων της Αιτωλοακαρνανίας και Ευρυτανίας, στον ορεινό όγκο της Νότιας Πίνδου.

Αν και τέτοιας κλίμακας ανθρώπινη επέμβαση δεν έχει γνωρίσει προγενέστερα η περιοχή, κατά κυριολεξία στην πορεία αιώνων, το διαχρονικό της αποτύπωμα δεν έχει αναδειχθεί συνολικά και σε βάθος. Αυτό που επίσης δεν έχει αξιολογηθεί είναι η προσφορά της ΔΕΗ στην εξέλιξη των τοπικών κοινωνιών.

Η σχέση των ΥΗΣ/ΔΕΗ με τις τοπικές κοινωνίες πλαισιώνονται από μια ελαττωματική λογική που αντίκειται στη βασική αρχή ότι η εκμετάλλευση κάθε φυσικού πόρου οφείλει να προσφέρει σε αυτές αντισταθμιστικά οφέλη. Στην άποψη αυτη πρέπει να συνεκτιμηθεί και το γεγονός ότι η παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας απαιτεί μεν υψηλό επενδυμένο κεφάλαιο έχει όμως σχετικά χαμηλά κόστη λειτουργικότητας και συντήρησης. Το επιχείρημα της κάλυψης των ενεργειακών αναγκών της χώρας -το Συγκρότημα του Αχελώου έχει τη μεγαλύτερη εγκατεστημένη ισχύ από κάθε ΥΗΣ της ΔΕΗ, 925,6ΜW από τα 3.060ΜW της συνολικής ισχύος τους- ως μόνο και επαρκές για την αποφυγή κάθε συζήτησης, π.χ. περί ήπιας αξιοποίησης παραλίμνιων και παρόχθιων περιοχών (δραστηριότητες αναψυχής, εναλλακτικού τουρισμού και παρακολούθησης του υδάτινου στοιχείου με δίκτυα λιμναίας επικοινωνίας & χερσαίας παρατήρησης) και φυσικά για την απόδοση του πράσινου τέλους ύδατος στην τοπική κοινωνία, μοιάζει να έχει ξεπερασθεί από τις εξελίξεις, πρωτίστως τις περιβαλλοντικές.

Δικαιολογημένα το υδατικό διαμέρισμα της Δυτικής Ελλάδας κρίθηκε πρόσφορο για την εκτέλεση έργων υδροηλεκτρικής ανάπτυξης, διαθέτοντας υψηλότερο υδρολογικό ισοζύγιο σε σχέση με την Ανατολική που έχει το ¼ των υδάτων της. Η υδροηλεκτρική εκμετάλλευση του μεγαλύτερου ποταμού της χώρας είχε ωστόσο ως αποτέλεσμα να πάψει ο Αχελώος να είναι ποταμός σε ένα μεγάλο κομμάτι του ρου του ενώ το υδρογραφικό του δίκτυο μεταβλήθηκε άρδην με τον σχηματισμό των τεχνητών λιμνών. Από τις πηγές του στο όρος Λάκμος έως το Αυλάκι Βάλτου ο Αχελώος διανύει 160 χλμ. ανάμεσα στα Άγραφα και τα Αθαμανικά Όρη. Στο υπόλοιπο τμήμα του, συνολικού μήκους 120 χλμ., έπειτα από την κατασκευή των τριών υδροηλεκτρικών φραγμάτων και τον σχηματισμό ισάριθμων ταμιευτήρων αλλοιώθηκε η συνέχεια του φυσικού τοπίου, που υποβαθμίστηκε ανεπίστρεπτα. Η κατασκευή τους προκάλεσε σεισμικές (ο σεισμός της τάξεως των 6,2 ρίχτερ το 1966, με την ολοκλήρωση της κατασκευής του ΥΗΣ Κρεμαστών είναι ένας από τους έξι ανθρωπογενείς σεισμούς που έχουν καταγραφεί επίσημα) και μικρο-κλιματικές συνέπειες, επιδρώντας στην ποιότητα του νερού και βεβαίως στην ανθρωπογεωγραφία αφού η κατασκευή των μεγάλων ταμιευτήρων οδήγησε σε μετακινήσεις πληθυσμών πριν εκκενωθούν οι πλημμυρισμένες περιοχές. Στο Μπαμπαλιό Βάλτου π.χ. οι άκονες προσπάθειες σαράντα χρόνων των προσφύγων της Κεπέκκλησιας του Πόντου που εγκαταστάθηκαν το 1923 ανατολικά της Αμφιλοχίας, σε δασώδη περιοχή πλευρικά του ποταμού Ινάχου, σκεπάστηκαν από τα νερά της τεχνητής λίμνης Καστρακίου το 1969. Η διαδικασία δε της προβλεπόμενης καταγραφής των περιουσιακών τους στοιχείων δεν διακρίθηκε για την αξιοπιστία της.

Τα υδροηλεκτρικά φράγματα στην εποχή της κατασκευής τους απαντούσαν στο μέγα ερώτημα της μεταπολεμικής ανόρθωσης της χώρας, ακρογωνιαίος λίθος της οποίας ήταν η ταχεία (ανα)συγκρότηση των υποδομών της που αν δεν είχαν ρημαχθεί και καταστραφεί από την πολεμική δεκαετία του 1940 ήταν σίγουρα απαρχαιωμένες. Η ανάπτυξη του υδροδυναμικού της χώρας ταυτίζεται ουσιαστικά με την ίδρυση της ΔΕΗ το 1950 ως Δημόσιας Επιχείρησης Κοινής Ωφέλειας, τότε. Τα υδροηλεκτρικά έργα συντέλεσαν στην επίλυση του ζητήματος εξηλεκτρισμού της χώρας. Έπειτα από μισό και πλέον αιώνα η μέση ετήσια υδραυλική παραγωγή φθάνει να καλύψει το 10% -κατά μέσο όρο- της συνολικής παραγωγής της ΔΕΗ. Για να έχει κανείς μια συγκριτική εικόνα, αναφέρεται ότι παγκόσμια το ποσοστό που αντιπροσωπεύει ο υδροηλεκτρισμός φτάνει το 16% της συνολικής παραγωγής ηλεκτρισμού, κατά τι μεγαλύτερο από την πυρηνική ηλεκτροπαραγωγή που αγγίζει το 15%.

Το Συγκρότημα των τεσσάρων ΥΗΣ του Αχελώου, προσφέρει το 35–40% της εγχώριας υδροηλεκτρικής παραγωγής. Παρ’ όλα αυτά ο Νομός Αιτωλοακαρνανίας, κατέχοντας των 33% των εθνικών υδατικών πόρων, πάσχει από την απώλεια και τη ρύπανσή τους με ανοικτά τα ζητήματα ύδρευσης και άρδρευσης. Οι φετεινές έντονες βροχοπτώσεις εξάλλου επέτειναν τα μόνιμα πλημμυρικά φαινόμενα στον κάτω ρου του Αχελώου. Το αντίκρυσμα στις τοπικές κοινωνίες από τα υδροηλεκτρικά δείχνει να αναζητείται και στην περίπτωση του οφειλόμενου ανταποδοτικού τους τέλους. Οχυρωμένη η ΔΕΗ πίσω από τη νομοθετική διάκριση Μεγάλων και Μικρών ΥΗΣ αποδίδει τέλος μόνο για το Μικρό του Στράτου, εγκατεστημένης ισχύος 6,2 MW, και όχι για τα άλλα τρία τα οποία προσφέρουν στο σύστημα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας δεκάδες MW, (Κρεμαστών 437MW, Καστρακίου 320MW, Στράτου Ι 150MW). Το θέμα έχει αποτελέσει αντικείμενο του κοινοβουλευτικού ελέγχου χωρίς ωστόσο να έχουν δοθεί πειστικές απαντήσεις. Η ηχηρότερη των κοινοβουλευτικών παρεμβάσεων υπήρξε του ευρωβουλευτή Γιώργου Γραμματικάκη ο οποίος σε ερώτηση του, την περασμένη χρονιά, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή επικαλούμενος το άρθρο 25 του Ν.3468/2006 σημείωνε ότι η θέσπιση και εφαρμογή του ανταποδοτικού τέλους για ορισμένες τεχνολογίες ΑΠΕ εμφανίζει ορισμένες στρεβλώσεις καθώς «δε σέβεται την αρχή της τεχνολογικής ουδετερότητας εξαιρώντας κάποιες τεχνολογίες στη βάση μη περιβαλλοντικών ή κοινωνικών κριτηρίων». Ερωτάτο ειδικότερα η Επιτροπή «αν η διακριτική αυτή μεταχείριση των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών [περίπτωση υδροηλεκτρικού Κρεμαστών] είναι συμβατή με τους κανόνες για την αγορά ενέργειας και αν η εξαίρεσή τους αποτελεί έμμεση επιδότηση των ιδιοκτητών τους». Στην απάντηση της η Επίτροπος Ανταγωνισμού M. Vestager υποστήριξε ότι η διάφορά αυτή μεταξύ Μεγάλου και Μικρού ΥΗΣ συνιστά αθέμιτη διάκριση, εκτός κι’ αν συντρέχει αντικειμενική αιτία.
Στο ελληνικό κοινοβούλιο το ζήτημα του ανταποδοτικού τέλους έχει αναδειχθεί με ερωτήσεις από τη Νίκη Φούντα («Επιστροφή κονδυλίων στις τοπικές κοινωνίες για πράσινες δράσεις – Ανταποδοτικά τέλη στην Αιτωλοακαρνανία με στόχο και την συνολική διαχείριση των υδατικών πόρων», 2014), τον Δημήτρη Κωνσταντόπουλο («Αντισταθμιστικά οφέλη στην Αιτωλοακαρνανία από την χρήση των υδάτων του ποταμού Αχελώου» 2017) τον Σπύρο Δανέλλη («Ανταποδοτικά τέλη υδροηλεκτρικών σταθμών», 2017) και τον Κώστα Μπαργιώτα («Θέσπιση ανταποδοτικού τέλους μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών» 2018). Στην τελευταία και πιο πρόσφατη περίπτωση ο Υπουργός Περιβάλλοντος & Ενέργειας Γιώργος Σταθάκης απάντησε αρνητικά στο ενδεχόμενο θέσπισης του τέλους για τους Μεγάλους ΥΗΣ.

Η επίκληση στο νόμο του 2006 ως αιτιολογία της αρνητικής στάσης εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας, δείχνει να παραβλέπει ότι το σχετικό νομοθέτημα για τις ΑΠΕ (Ν.3468), όπως ορίζεται στο 1ο του άρθρο, αποτελεί μεταφορά στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 2001/77 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Σεπτεμβρίου 2001 για την «προαγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (EEEK L 283)». Το πνεύμα της Οδηγίας δεν συνάδει με τον περιορισμό του Άρθρου 25 ότι η επιβάρυνση του σταθμού με ειδικό τέλος, από την έναρξη της εμπορικής λειτουργίας του, αφορά τη χορήγηση αδειών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας μετά την έναρξη ισχύος του νόμου ενώ στο άρθρο 13, χωρίς να ορίζεται κάτι τέτοιο στην Οδηγία, ή έστω να γίνεται προσφυγή σ’ ένα παραδεκτό ορισμό Μικρά ΥΗΕ θεωρούνται όσα έχουν εγκατεστημένη ισχύ μέχρι 15MW. Σύμφωνα με την Έκθεση Ανάπτυξης για τα Μικρά ΥΗΕ του Οργανισμού Βιομηχανικής Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (UNIDO), το έτος 2016 τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη είχαν θέσει ως ανώτατη τιμή διάκρισης τα 10ΜW. Την τιμή αναφοράς των 15ΜW που εφαρμόζει η Ελλάδα έχει ομοίως και η Αλβανία, καμία όμως άλλη χώρα στη Δυτική και Βόρεια Ευρώπη ενώ μεγαλύτερη των 15MW έχουν η Σερβία και η Ρωσία, τα 30MW.

Ο χειρισμός του ζητήματος δεν πρέπει να γίνεται με «χρηματικούς» όρους. Παρότι μια τέτοια στάση είχε υιοθετηθεί από τη διοίκηση της ΔΕΗ τη δεκαετία του 1990 όταν στην συζήτηση για την εκτροπή του Αχελώου αξίωνε αποζημίωση 5δις.δρχ. από το ελληνικό δημόσιο για την ζημία που θα υφίστατο από την απώλεια όγκων νερού. Είναι ζήτημα οικολογικών αρχών και το πλαίσιο ανάλυσης από τοπικό γίνεται παγκόσμιο λόγω των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής, με πρώτη τη διατάραξη του υδρολογικού κύκλου. Η διαχείριση των υδάτων και η προστασία της βιοποικιλότητας βρίσκονται στην αιχμή των περιβαλλοντικών ζητημάτων με την ευρωπαϊκή πολιτική για τα ύδατα να κινείται στη βάση των προβλέψεων ότι οι κλιματικές αλλαγές θα καταστήσουν πολύτιμο λόγω σπανιότητας, φυσικό πόρο το νερό ειδικά στη λεκάνη της Μεσογείου. Στην Ανατολική Ελλάδα ήδη η υποχώρηση του υδροφόρου ορίζονται γίνεται σε ορισμένες περιοχές με ρυθμό πολύ ανησυχητικό. Η υπεράντληση κάνει το πρόβλημα ακόμα πιο οξύ. Δεν είναι συνεπώς κατανοητό η διαχείριση του υδατικού πλούτου του Αχελώου να έχει την ίδια σταθερή και αμετάβλητη αντίληψη επί δεκαετίες, όταν η «Ενεργειακή Επανάσταση» έχει ξεκινήσει και το ζητούμενο διεθνώς είναι η ισορροπία του φυσικού περιβάλλοντος, των νερών, των εδαφών και της ατμόσφαιρας. Ο πυρήνας αυτής της προβληματικής μας οδηγεί στην άποψη ότι η απόδοση του διεκδικούμενου ανταποδοτικού τέλους ύδατος οφείλει να κατευθυνθεί στη χρηματοδότηση πράσινων δράσεων π.χ. σε έργα ενεργειακής εξοικονόμησης που θα ενισχύουν το τοπικό παραγωγικό δυναμικό. Ο πρόσφατος νόμος για τις «Ενεργειακές Κοινότητες» (4513/2018) προσφέρει ένα αρκετά διευρυμένο πλαίσιο προώθησης της ενεργειακής αειφορίας σε επαρχιακές περιοχές.

Το ζήτημα της συμπερίληψης των Μεγάλων ΥΗΣ στο ανταποδοτικό πράσινο τέλος που αποδίδουν οι Μικροί ΥΗΣ, έχει πολλές πτυχές εξέτασης, που κινούνται στα πεδία της δικαιοσύνης και των δικαιωμάτων. Η συγκυρία είναι κρίσιμη λόγω και της ενδεχόμενης απώλειας του δημοσίου ελέγχου των ΥΗΕ από την πώληση μονάδων της ΔΕΗ.

Μετά από μισό αιώνα εκμετάλλευσης των αποθεμάτων του Αχελώου οι τοπικές κοινωνίες, ορεινές-μειονεκτικές στα όρια της δημογραφικής κατάρρευσης και ημιπεδινές/πεδινές με χαμηλό κατά κεφαλήν ΑΕΠ, δικαιούνται αντισταθμιστικά οφέλη που θα συμβάλλουν στην ανάδειξη και ανασυγκρότηση του παραγωγικού τους συστήματος.

Του Νίκου Χούτα
Αντιδημάρχου Δήμου Αμφιλοχίας