Συμπληρώνονται 32 χρόνια από εκείνο το βράδυ του 1987 που η Ελλάδα έντυσε το γαλανόλευκο της στα χρυσά και οι Γκάλης, Γιαννάκης, Καμπούρης άλλαξαν την ιστορία του σύγχρονου αθλητισμού. Ήταν 14 Ιουνίου του 1987 που η Ελλάδα έγινε πρωταθλήτρια Ευρώπης.

Η μαγεία αυτή πριν από 31 χρόνια, ένα καλοκαιρινό βράδυ στο Φάληρο έσκασε σαν βόμβα με χρυσόσκονη και πασπάλισε ολόκληρη την Ελλάδα, σε ένα βράδυ που δεν έμοιαζε με τα άλλα. Όλα σε εκείνο ήταν ξεχωριστά. Όλα ήταν μοναδικά.

Όλα ήταν έτσι φτιαγμένα για να αλλάξει η ιστορία και να ξεκινήσει ένα νέο κεφάλαιο, πιο χρυσό, πιο ταλαντούχο και πιο… αγαπημένο από την επίσημη αγαπημένη που αγαπήθηκε όσο καμία.

Μερικά λεπτά μετά τις 10 ίσως κανείς απ’ όσους πανηγύριζαν είτε μέσα στο ΣΕΦ, είτε στα σπίτια τους, είτε στους δρόμους δεν είχε καταλάβει το μέγεθος του κατορθώματος. Η χαρά δεν άφησε κανέναν να καταλάβει…

Ήταν 22:01 όταν η φωνή του Φίλιππου Συρίγου έμπαινε σε κάθε σπίτι, κάθε ελληνικής οικογένειας, σε μια Ελλάδα που ήταν όλη όρθια και αν μετρούσαμε παλμούς δεν θα μας έφταναν οι γιατροί.

«Θέλει προσοχή», φωνάζει και κάπως έτσι το τέλος βρίσκει μια νέα σελίδα να ξημερώνει για το μπάσκετ και το μέλλον μιας ολόκληρης χώρας.

Εκατομμύρια άνθρωποι αγκαλιασμένοι, με δάκρυα στα μάτια, με τις αναπνοές τους να παλεύουν να γίνουν φυσιολογικές και τις καρδιές να προσπαθούν να πετάξουν από τα στήθη να ζουν την απόλυτη ευτυχία από ένα απλό παιχνίδι μπάσκετ.

Νίκος Σταυρόπουλος, Παναγιώτης Γιαννάκης, Αργύρης Καμπούρης, Νίκος Λινάρδος, Παναγιώτης Καρατζάς, Μιχάλης Ρωμανίδης, Νίκος Φιλίππου, Λιβέρης Ανδρίτσος, Παναγιώτης Φασούλας, Μέμος Ιωάννου, Φάνης Χριστοδούλου, Νίκος Γκάλης, και Κώστας Πολίτης (προπονητής), ήταν εκείνοι που άλλαξαν τους όρους αυτού του παιχνιδιού.

Όρους που πολλοί τους είχαν προδιαγράψει, αλλά λογάριασαν χωρίς την ελληνική ψυχή και τους παίκτες με τα γαλανόλευκα που φρόντισαν να πάρουν την ένταση του κατάμεστου ΣΕΦ, να το κάνουν ενέργεια και να κερδίσουν το παιχνίδι κόντρα στους Σοβιετικούς με 103 – 101.

Στο παρκέ μπήκαν 5, στον πάγκο κάθονταν άλλοι 7 και συνολικά ήμασταν 11 εκατομμύρια Έλληνες που όλοι μαζί αλλάξαμε την ιστορία. Αυτά που έγιναν πριν τον τελικό αποτελούν ξεχωριστή ιστορία, όπως και αυτά που έγιναν μετά από αυτόν.

Με τον «καύσωνα» να χτυπά για ακόμα μια φορά την χώρα, άνθρωποι όλων των ηλικιών «πάλευαν» για ένα εισιτήριο που θα τους έδινε την δυνατότητα να ζήσουν από κοντά αυτό το ταξίδι.

Τελικά μπήκαν στο ΣΕΦ όσοι θα μπορούσαν να μπουν πανέτοιμοι για να γίνουν μέλη της ιστορίας. Στα επίσημα η πολιτική ηγεσία της Ελλάδας ο ένας καθισμένος δίπλα στον άλλον για έναν κοινό σκοπό.

Το ματς ξεκίνησε και μαζί η ιστορία άρχισε να γράφει στα βιβλία της.

Η Σοβιετική Ένωση προηγούνταν με 89 – 87, με την μπάλα να πηγαίνει στα χέρια του Νίκου Γκάλη και εκείνος, αφού μάζεψε όλη την άμυνα πάνω του πάσαρε στον Λιβέρη Ανδρίτσο που κέρδισε φάουλ 36” πριν το τέλος και πήγε στις βολές.

Εκεί με ψυχραιμία απαράμιλλη ευστοχεί σε δύο ακόμα βολές που μπορεί να μην έχουν την… αίγλη των τελευταίων, αλλά ήταν το ίδιο σημαντικές, έκανε το σκορ 89 – 89 και έστειλε τον αγώνα στην παράταση και την ηρεμία όλων περίπατο.

Πολλές είναι οι αναφορές στον Τύπο της εποχής για πολλά περιστατικά που βρέθηκαν στο νοσοκομείο και σχετίζονταν με τον αγώνα της Ελλάδας.

Το παιχνίδι εξελίσσεται, η Ελλάδα είναι ολοζώντανη, το σκορ γίνεται 101 – 101 και η μπάλα βρίσκεται σε ελληνικά χέρια. Ο Μέμος Ιώαννου θα πάρει το σουτ, άπαντες κρατούν την ανάσα τους και θα αστοχήσει.

Εκεί, σαν «από μηχανής Θεός» θα πεταχτεί ο Αργύρης Καμπούρης, θα κατεβάσει το επιθετικό ριμπάουντ και κερδίσει το φάουλ, για να στηθεί για δύο βολές με 4 δευτερόλεπτα να απομένουν στο ρολόι και όλο το ΣΕΦ βρίσκεται στον… αέρα.

Ο χρόνος σταμάτησε, οι καρδιές βροντούσαν και η Ελλάδα «πάγωσε». Απ’ άκρη σε άκρη της όλα φάνηκαν να «παγώνουν».

Για λίγο, για ελάχιστο, όσο χρειάστηκε ο Αργύρης να κοιτάξει στον ουρανό, να φυσήξει τα δάχτυλα του, να κλείσει το μυαλό του σε όλα τα εξωτερικά ερεθίσματα, να βάλει την πρώτη και να πανηγυρίσει μέσα από την ψυχή του και να κάνει το 2/2 στέλνοντας τις δυο βολές στο διχτάκι της ρακέτας των Σοβιετικών.

Η περιγραφή του Φίλιπου Συρίγου ακόμα ηχεί στα αυτιά μας,  «Τίποτα, τίποτα δεν μας σταματά. Πραγματικά είμαστε τόσο κοντά. Η πρόκριση στα χέρια αυτού του τίμιου γίγαντα, 102 – 101, και μόνο 4 δευτερόλεπτα, 103 – 101. Βάλτερς, στον Γιοβαίσα, θέλει προσοχή, η μπάλα έξω, είναι το τέλος. Η ελληνική ομάδα είναι πρωταθλήτρια Ευρώπης».

Ελλάδα: Γκάλης 40 (1), Γιαννάκης 10 (2), Καμπούρης 10, Χριστοδούλου 10 (2), Φασούλας 12, Ανδρίτσος 10, Ιωάννου 8 (1), Ρωμανίδης 3, Φιλίππου

Σοβιετική Ένωση: Βάλτερς 23 (4), Μαρτσουλιόνις 16, Χομίτσιους 10, Τσατσένκο 14, Γιοβάισα 17 (4), Βολκόφ 4, Ταρακάνοφ 5, Γκομπόροφ 4, Τιχονένκο, Μπαμπένκο, Παγκράσκιν 8

Η ελληνική ομάδα είναι πρωταθλήτρια Ευρώπης. Ανέβηκε στο υψηλότερο σκαλί του βάθρου με τον γνωστό της τρόπο. Κόντρα σε όλους και σε όλα.

Τα πάντα είχαν αλλάξει. Μεταξύ της έκστασης, των αγκαλιών, των δακρύων, των κραυγών, των χοροπηδητών τίποτα δεν ήταν ίδιο.

Η Ελλάδα ζούσε μια μοναδική αθλητική στιγμή στην ιστορία της η οποία είχε την δύναμη να βάλει νέες βάσεις και όλα να ξεκινήσουν από νέα αφετηρία.

sportin.gr