Τα ρεύματα προσφύγων και μεταναστών από την Τουρκία παρουσιάζουν αξιοπρόσεκτη αύξηση τις τελευταίες εβδομάδες.

Αυτό οφείλεται σε σειρά λόγων, που σχετίζονται τόσο με τις εγχώριες δυναμικές στη γείτονα όσο και τα μηνύματα που επιθυμεί να στείλει προς διάφορους αποδέκτες.

Σήμερα, αντιθέτως με το παρελθόν, η τουρκική κοινωνία εμφανίζει σημάδια κόπωσης και εχθρότητας απέναντι στους σύρους πρόσφυγες.

Οι επιθέσεις σε βάρος τους έχουν πολλαπλασιαστεί, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου προάστια της Κωνσταντινούπολης θεωρούνται συριακοκρατούμενα γκέτο σε τέτοιο βαθμό που χαρακτηρίζονται «μικρή Δαμασκός», ενώ προς τέρψη του τοπικού στοιχείου έχουν αυξηθεί και οι επιχειρήσεις «σκούπα»/εκδίωξης Σύρων.

Με το εισόδημα των Τούρκων να έχει απομειωθεί κατά σχεδόν 1/3, είναι φυσικό να στραφούν σε βάρος του μεγαλύτερου αριθμού προσφύγων που βρίσκεται στην επικράτεια χώρας παγκοσμίως. Αυτό συνεπάγεται τεράστιο δημοσιονομικό κόστος, το οποίο επικαλείται η Αγκυρα για να πιέζει την Ε.Ε. για την απελευθέρωση μεγαλύτερων κονδυλίων. Μάλιστα, ένα από τα προβλήματα της πρώτης είναι η σχετική αδυναμία ελέγχου επί των χρημάτων που λαμβάνονται, καθώς τα περισσότερα την παρακάμπτουν.

Εξίσου, ανοίγοντας την κάνουλα, ο Ερντογάν κερδίζει εκ νέου την προσοχή πρωτίστως της Γερμανίας και άλλων δυνάμεων της Κεντρικής Ευρώπης, που προστατεύονται μεν από το σφράγισμα του βαλκανικού διαδρόμου, ωστόσο, ο πολιτικός αντίκτυπος της προσφυγικής κρίσης του 2015 παραμένει ισχυρός.

Έτσι, η καγκελάριος Μέρκελ είναι υποχρεωμένη να ασχοληθεί με τα τουρκικά αιτήματα, που ασφαλώς υπερβαίνουν την απελευθέρωση του καθεστώτος βίζας για τους τούρκους πολίτες – δεν συντρέχουν αυτή τη στιγμή οι προϋποθέσεις για μία τέτοια εξέλιξη – και φτάνουν μέχρι και την εισροή «ζεστού» ευρωπαϊκού χρήματος, το Συριακό, ακόμη και την Ανατολική Μεσόγειο.

Ως προς την τελευταία, η Άγκυρα θέλει να μετριαστεί περαιτέρω η πίεση από ευρωπαϊκής πλευράς και να αποφύγει τις κυρώσεις ακόμη και αν κλιμακώσει την επιθετικότητά της. Για τη Συρία, παρότι η Ε.Ε. έχει περιορισμένο λόγο στα δρώμενα, ο φόβος επανάληψης των πολυάριθμων ρευμάτων του 2015 είναι αρκετός ώστε οι Βρυξέλλες να ενθαρρύνουν τη δημιουργία ασφαλούς ζώνης εντός της Συρίας προκειμένου να διευκολυνθεί ο επαναπατρισμός Σύρων από την Τουρκία (ιδανικά σε κουρδικές περιοχές). Αντιμετωπίζοντας δυσκολίες με τη Μόσχα στο Ιντλίμπ, που οι ασαντικές δυνάμεις επιχειρούν να ανακαταλάβουν, η Αγκυρα επιζητά ευρωπαϊκή υποστήριξη, αναδεικνύοντας την ανησυχητική πτυχή της συγκέντρωσης τουλάχιστον 350 χιλιάδων Σύρων στη συροτουρκική μεθόριο, έτοιμων να περάσουν στην τουρκική επικράτεια.

Δύο επισημάνσεις που χρήζουν προσοχής είναι: α) οι αυξημένες ροές των τελευταίων εβδομάδων δεν αφορούν μόνο σε Σύρους αλλά και σε άλλες εθνικότητες, με χιλιάδες Αφγανούς να έχουν μετεγκατασταθεί στην Τουρκία προερχόμενοι από το Ιράν, με πρόθεση να καταλήξουν στην Ευρώπη, και β) η απροθυμία της Αγκυρας να ρισκάρει συνολική ρήξη με την ΕΕ στο συγκεκριμένο ζήτημα, γι’ αυτό οι απειλές αποχώρησης από τη συμφωνία του 2016 στερούνται περιεχομένου.

Η ελληνική πλευρά πρέπει άμεσα να αναπτύξει απευθείας διαύλους επικοινωνίας με το τουρκικό υπουργείο Εσωτερικών, να αποφύγει η κρίση αυτή να καταστεί διμερής – η Αγκυρα εσχάτως τη χρησιμοποιεί για να δείξει την ενόχλησή της σε δηλώσεις ελλήνων αξιωματούχων – και να εκπληρώσει στο ακέραιο το δικό της σκέλος υποχρεώσεων, ανακτώντας το κατάλληλο κύρος αποτελεσματικότερης παρέμβασης/επιρροής στις ευρωπαϊκές αποφάσεις.

Ο Δρ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι Εκτελεστικός Διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων

in.gr