«Ένα υψηλό εισόδημα είναι το καλύτερο φάρμακο που γνωρίζω για την ευτυχία» έχει πει η Τζέιν Οστιν, μια πιο δημοφιλείς και πολυδιαβασμένες μυθιστοριογράφους της αγγλικής λογοτεχνίας. Αυτή η φράση μου ήρθε στο νου όταν διάβασα ότι η επικεφαλής του ΔΝΤ, η Βουλγάρα Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα παροτρύνει τις κυβερνήσεις να ρίξουν χρήμα στην αγορά, να ξοδέψουν. Σίγουρα δεν είναι η βάση της συζήτησης η φράση της Οστιν, αλλά αναπόφευκτα συσχετίζεται με την προτροπή της Γκεοργκίεβα όχι τόσο για την ευτυχία των καταναλωτών – πολιτών, αλλά τουλάχιστον για μια αξιοπρεπή ζωή.

Στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης, ξενίζει πολλούς η είδηση που δεν προβλήθηκε και ιδιαίτερα από τα ελληνικά ΜΜΕ, ότι η επικεφαλής του ΔΝΤ σημείωσε στη συνέντευξή της στην ισπανική εφημερίδα El Pais, ότι πρέπει να υπάρξει μια διαφορετική πολιτική από τις κυβερνήσεις.

«Αυτή τη στιμή πρέπει να δοθεί έμφαση στην έξοδο από την κρίση με τις μικρότερες δυνατές απώλειες. Δεν ακούτε συχνά το ΔΝΤ να λέει «ξοδέψτε». Αλλά αυτό λέμε στις κυβερνήσεις. Ξοδέψτε όσο μπορείτε. Βεβαιωθείτε απλά για τον τρόπο με τον οποίο δαπανούνται τα χρήματα» σημείωσε και με δόση ειλικρίνειας παραδέχθηκε, ότι στην οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας «κάναμε λάθη που πρέπει να αποφύγουμε».

Το εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι ότι η Γκεοργκίεβα καλεί τις κυβερνήσεις να βεβαιώσουν ότι τα μέτρα που λαμβάνουν θα είναι προσωρινού χαρακτήρα και αφορούν την προστασία από την ανεργία και τη φτώχεια, θα αποσυρθούν όταν η κρίση τελειώσει.

Η προτροπή της Γκεοργκίεβα ανοίγει μεγάλη συζήτηση και για την ενίσχυση του διαθεσίμου εισοδήματος που πρέπει να έχουν οι πολίτες. Μόνο που αυτό είναι συνάρτηση της οικονομικής πολιτικής που ακολουθεί μια χώρα. Και ειδικά στην παρούσα κρίση δεν πρέπει να γίνουν τα λάθη της περιόδου 2008-2009 και μετά που επέφεραν δραματικές ανατροπές στην καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών.

Είναι σαφές από όσα διαδραματίζονται εσχάτως, ότι ο πυρήνας της φιλελεύθερης πολιτικής δέχεται ένα καίριο πλήγμα, καθώς η πανδημία επέδρασε καταλυτικά. Πολλές απόψεις αναθεωρήθηκαν ακόμα και από τους σκληρούς φιλελεύθερους, ενώ δημιουργήθηκαν συνθήκες επιστροφής του Κράτους και των δημόσιων πολιτικών με ότι αυτό σημαίνει για τις μελλοντικές εξελίξεις.

Ακόμα και ο Ανταμ Σμιθ, έλεγε ότι «η κατανάλωση είναι ο μοναδικός σκοπός και στόχος όλης της παραγωγής». Και εδώ είναι το παράδοξο: Θέλουν οι επιχειρήσεις αύξηση του τζίρου τους και κατά συνέπεια άνοδο των κερδών τους; Αυτό όμως έρχεται μόνο μέσα από αύξηση του εισοδήματός τους και όχι με μείωση μισθών. Μια νέα εσωτερική υποτίμηση θα είναι ολέθρια για πολλούς.

Από την άλλη πλευρά, ο μεγάλος οικονομολόγος Κέυνς είχε προτείνει την αύξηση των κρατικών δαπανών σε περιόδους κρίσης. Ο Κέυνς που σήμερα «παίρνει την εκδίκησή του», το 1933, λίγα χρόνια μετά το κραχ του 1929, με ανοικτή επιστολή του στον πρόεδρο των ΗΠΑ Ρούζβελτ, που δημοσιεύτηκε στους New York Times, επεσήμανε ότι έπρεπε να δώσει «εξαιρετικά μεγάλη έμφαση στην αύξηση της εθνικής αγοραστικής δύναμης που θα προκύπτει από κυβερνητικές δαπάνες χρηματοδοτούμενες από δάνεια».

Πολλοί οικονομολόγοι ασπάζονται τη λεγόμενη «λογιστική των γενεών» που ουσιαστικά θεωρεί ότι η οικονομική ευημερία ενός ανθρώπου εξαρτάται από το εισόδημα ολόκληρης της ζωής του.

Το κρίσιμο στοιχείο, σε συνδυασμό με την προτροπή της Γκεοργκίεβα, είναι μια κυβέρνηση να μην ασχολείται τόσο με το έλλειμμα που κατά πολλούς οικονομολόγους είναι ατελές μέτρο της δημοσιονομικής πολιτικής, αλλά να ασχοληθεί με την παροχή κινήτρων και διευκολύνσεων και υποδομών για να δημιουργηθεί πλούτος που θα αναδιανεμηθεί στο πλαίσιο μιας αναδιανεμητικής πολιτικής με κοινωνική δικαιοσύνη.

Αρης Ραβανός

https://www.in.gr/