Για το νέο του βιβλίο «Σαλός Θεού. Ο μυστικός Μίκης», που παρουσιάστηκε σε κεντρικό βιβλιοπωλείο του Αγρινίου, μίλησε στον Σωκράτη Τσόμπο και στην εκπομπή «ΠΡΟΣΩΠΩΝ… ΕΡΓΑ» στον «ΔΥΤΙΚΑ FM 92,8» ο Μίμης Ανδρουλάκης.

Ο ιλιγγιώδης στροβιλισµός του Μίκη Θεοδωράκη –µουσικός, πολιτικός, ερωτικός, παιγνιώδης– οδηγεί τον αναγνώστη σε εκατό ζωές, στο πανόραµα διακοσίων χρόνων, σε εννιά κεφάλαια: Το Γαλάζιο Κορίτσι του Μπουένος Άιρες, Το Γαλάζιο Βαγόνι στο Μεγάλο Κόκκινο Τρένο, Σαν Δυτικός Άνεµος: Από την Τυφλή στη Γαλάζια Οπτασία, Ο Άνθρωπος που ήθελε να γίνει Μπετόβεν συν Βοναπάρτης, Ο Σωσίας σε 33 παραλλαγές, Το Πλοίο Φάντασµα ή Ο Ιπτάµενος Κρητικός, «Πυροβολήστε τα Ρολόγια»: Η Ανάληψις, Στις Συµπληγάδες: «Ανδρέα µου!» «Κώστα µου!», Ο Θεραπευτής: Οι Ερινύες Ευµενίδες.

Ο Σαλός Θεού συναντιέται, µέσα από χαραµάδες του χρόνου, µε τον Μπετόβεν και τον Βάγκνερ, τον Σοστακόβιτς και τον Δηµήτρη Μητρόπουλο, τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Ιάνη Ξενάκη, τον Βασίλη Τσιτσάνη – ανταλλάσσουν τα απόκρυφα του βίου και του έργου τους. Ανασηκώνει το πέπλο της Ίσιδος από τις γυναίκες της ζωής του, µοιράζεται µαζί τους την αθανασία. Ζωντανεύει άγνωστες στιγµές µε τους Λένιν, Στάλιν, Τίτο, Τσε, Φιντέλ, Μιτεράν, καθώς και µε τον Κωνσταντίνο Καραµανλή, τον Ανδρέα Παπανδρέου, τον Κώστα Μητσοτάκη, τον Χαρίλαο Φλωράκη, τον Λεωνίδα Κύρκο, τον Αλέξη Τσίπρα και δεκάδες άλλες προσωπικότητες. Στη δίνη του κυκλώνα Μίκης, µε την πένα στενού του φίλου επί δεκαετίες, ο χρόνος μεταβάλλεται και δεν έχει νόηµα να διακρίνουµε ζωντανούς και πεθαµένους.

Συνέντευξη – Επιμέλεια: Σωκράτης Τσόμπος

Δύο φίλοι, ιδανικοί συνωμότες, συνοδοιπόροι, εραστές του πάθους και της έμπνευσης: ο Μίμης και ο Μίκης. Ο συγγραφέας και ο δημιουργός. Ο πολιτικός και ο επαναστάτης, σε μια πορεία ζωής που χώρεσε σε ένα συγκινητικό βιβλίο το οποίο αναμένεται να κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες με τίτλο «Σαλός Θεού / Ο μυστικός Μίκης» από τις εκδόσεις Πατάκη και ουσιαστικά μας συστήνει τον άλλον Μίκη Θεοδωράκη, όπως τον περιγράφει με τον δικό του τρόπο ο Μίμης Ανδρουλάκης.

Στα μάτια του Θεοδωράκη ο συγγραφέας βλέπει τον διαμεσολαβητή ανάμεσα στην οργιαστική έμπνευση -έναν δαιμόνιο, θηριώδη Ζορμπά, με την ερωτική ορμή και το δημιουργικό πάθος να καθορίζουν τα πάντα στη ζωή του- και την πιο επεξεργασμένη μουσική τάξη. Τον παρακολουθεί από τα πρώτα βήματα στην Κρήτη, τον συνδέει με τον Καπετάν Μιχάλη του Καζαντζάκη και στη συνέχεια αφουγκράζεται το επαναστατικό του μένος: ταξίδια στην Αβάνα, συναντήσεις με τον Τσε Γκεβάρα και τον Κάστρο. Παρακολουθεί το πολιτικό του προφίλ την πολυτάραχη δεκαετία του ’60, αναλύει τις διεθνείς διασυνδέσεις του, τον μεταφέρει στον κοσμοπολιτισμό της Κεντρικής Ευρώπης. Εκεί τον βάζει να καθίσει στα ίδια σαλόνια με τον Μπετόβεν μέσα από αυτό το κράμα ονειροφαντασίας και πραγματικότητας και αποκαλύπτει όλες τις ιστορίες των γυναικών που δεν μπόρεσαν να αντισταθούν -όπως κάποτε στον Μότσαρτ- στον δαιμόνιο συνθέτη. Μας λέει επίσης πολλά για τη σχέση του πολιτικού Θεοδωράκη με το ΚΚΕ, μέσα σε αυτό το παράδοξο κράμα του «ηλιόλουστου κομμουνισμού», όπως το χαρακτήριζε ο ίδιος ο Θεοδωράκης, ενώ μας αποκαλύπτει και ένα ταξίδι με τον Υπερσιβηρικό που είχαν κάνει με τον Χαρίλαο Φλωράκη.

Από το βιβλίο δεν λείπουν λεπτομέρειες για τη σχέση του Μίκη με όλες τις εμβληματικές προσωπικότητες αλλά και τους πολιτικούς όπως με τους Λένιν, Στάλιν, Τίτο, Τσε, Φιντέλ, Μιτεράν, Κ. Καραμανλή, Α. Παπανδρέου, Κ. Μητσοτάκη, Χ. Φλωράκη, Λ. Κύρκο, Α. Τσίπρα κ.ά. Στη δίνη του κυκλώνα του «Mυστικού Μίκη» -από την πένα του στενού του φίλου επί δεκαετίες-, ο χρόνος μεταβάλλεται και δεν έχει νόημα να διακρίνουμε ζωντανούς και πεθαμένους.
Και φυσικά παντού υπάρχουν οι γυναίκες με άγνωστες λεπτομέρειες για τις σχέσεις τους: από τη Μελίνα Μερκούρη -με την οποία είχαν μια βιαστική σκηνή οικειότητας- έως την άγνωστη Φιλανδή κατάσκοπο, την κόρη του πανίσχυρου στρατηγού της Μοσάντ, την αλλοτινή σταρ Ελλάς Νταίζη Μαυράκη (συγγενή μάλιστα του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη), ακόμα και μια συγκινητική συνεύρεση σε πλοίο με νεαρή τυφλή.

Ονειρικά ενσταντανέ περιπλέκονται με τα πραγματικά και δεσπόζουν στις συζητήσεις που έχει ο Μίκης με τον Μίμη στο σπίτι του πρώτου με θέα στην Ακρόπολη τα Σάββατα. Έτσι, μέσα από αυτές τις ολοζώντανες συζητήσεις στοιχειοθετείται τελικά το ιδανικό θηλυκό πρότυπο του μουσικοσυνθέτη που καταλήγει στο πρόσωπο της γυναίκας του, της γιατρού Μυρτώς, και εμπνέεται από την ιδανική εικόνα της τελευταίας ερωμένης του Τσε Γκεβάρα -και έρωτα του Μίκη- Τάνιας.

«Ο Μίμης, δεμένος πολύτροπα μαζί μου από την εφηβεία του, με βλέπει πάντα σαν ανοιχτό βιβλίο -o Εσταυρωμένος Διόνυσος- και συμπληρώνει τις δικές του σελίδες με τη δύναμη της γνώσης και της κρητικής του φαντασίας. Ένας ονειρευόμενος “Πυλάδης” εισδύει στα όνειρα και τις ουτοπίες του δικού του “Ορέστη”. Τον ευχαριστώ για την πρόκληση και την καινοτομία του έργου ‘‘Ο Mυστικός Μίκης’’» είναι το σημείωμα του μεγάλου συνθέτη στον συγγραφέα, φίλο και αυτήκοο μάρτυρα.

Ο Μίκης και οι γυναίκες

Αναλύοντας την έντονη σχέση του Μίκη Θεοδωράκη με τις γυναίκες -όπως άλλωστε και με την πολιτική και τη μουσική που ήταν πάντα στον υπερθετικό βαθμό-, ο Μίμης Ανδρουλάκης δεν βλέπει έναν γητευτή, ούτε έναν Δον Ζουάν, αλλά έναν Διόνυσο, έναν οργιαστικό θεό της αμπέλου και της Κρήτης. Παραθέτει άλλωστε αυτούσια και τα λόγια του Θεοδωράκη, ο οποίος έλεγε: «Αν το σόι μου είχε οικόσημο, θα ήταν το κεφάλι ενός τράγου που στο ένα κέρατό του κρέμεται μια λύρα, στο άλλο ένα τουφέκι».

Η αφήγηση ξεκινάει με την υποτιθέμενη χαμένη κόρη του Μίκη -θα μπορούσε να ήταν και κόρη του, όπως λέει- η οποία ισχυρίζεται πως είναι ο καρπός του έρωτα της μητέρας η μητέρα της και του συνθέτη: «Το μυστηριώδες κορίτσι του Μπουένος Άιρες με το γαλάζιο μπλουτζίν και τα κεντητά πάνω του κόκκινα αστεράκια» που ο Μίκης έβλεπε «σαν σφυροδρέπανα». Άλλωστε οι γυναίκες που αγάπησαν τον Μίκη και τον ακολουθούσαν στα διάφορα μέρη του κόσμου παραδόξως δεν ήταν Ελληνίδες: Βόρειες, Φιλανδές, ακόμα και Λατινοαμερικάνες.

Συναρπαστικές οι λεπτομέρειες με όλες αυτές τις συναντήσεις που αναμειγνύουν ιδανικά -γιατί τα χρόνια εκείνα είχαν σημασία- τα θηλυκά με τους διάφορους ήρωες και την πραγματικότητα με την επανάσταση, αλλά και την πιο οργιαστική φαντασία. Όπως λέει και ο συγγραφέας, τα πάντα τότε ήταν στον υπερθετικό βαθμό και τίποτα δεν φάνταζε παράδοξο.