Mέ Δημοσιογράφο τόν Γιάννη Δάρα καί μέ καλεσμένους τόν Ὑπουργό Παιδείας καί Θρησκευμάτων Κώστα Γαβρόγλου καί τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Νέας Ἰωνίας καί Φιλαδελφείας Γαβριήλ. Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2018

Δημοσιογράφος:

Ὑπάρχει μία παρέμβαση πού ἔχει κάνει ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἰερόθεος τόν ὁποῖο παρακαλέσαμε νά μᾶς κάνη μία δήλωση, νά τοποθετηθῆ συνολικά πάνω στό θέμα, διότι εἶναι καί ἀπό τίς φωνές πού ἀντιδροῦν λέγοντας ὅτι ὑπάρχουν προβλήματα. Πῶς καί τί νομίζω εἶναι εὐκαιρία νά τόν παρακολουθήσουμε σέ αὐτό τό σημεῖο.

Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος:

Τήν 16η Νοεμβρίου συνῆλθε ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πού εἶναι τό ἀνώτατο Συνοδικό Ὄργανο προκειμένου νά ἀντιμετωπίση τό θέμα τό ὁποῖο προέκυψε ἀπό τήν συμφωνία μεταξύ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί τοῦ Πρωθυπουργοῦ, βεβαίως ὅπως λέγεται πρόθεση γιά ἱστορική συμφωνία καί σύμφωνα μέ τίς δηλώσεις τίς ὁποῖες ἔκανε ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἔπρεπε αὐτό νά ἐγκριθῆ ἀπό τήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί φυσικά, ὅπως εἶπε, καί ἀπό τό Ὑπουργικό Συμβούλιο. Ὁπότε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τό ἔφερε στήν Ἱεραρχία πρός συζήτηση.

Πρέπει νά γίνη γνωστό ὅτι τό σύστημα μέ τό ὁποῖο λειτουργεῖ ἡ Ἐκκλησία εἶναι συνοδικό. Ὅταν λέμε συνοδικό σύστημα σημαίνει ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος εἶναι πρῶτος μεταξύ ἴσων, εἶναι αὐτό πού λένε «primus inter pares». Δηλαδή, ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πού εἶναι τό ἀνώτατο Συνοδικό Ὄργανο δέν λειτουργεῖ ὅπως ἡ Βουλή τῶν Ἑλλήνων, πού ἡ Βουλή τῶν Ἑλλήνων λειτουργεῖ βάσει τοῦ Συντάγματος. Ἐμεῖς ἔχουμε τό συνοδικό σύστημα, δηλαδή δέν ὑπάρχει συμπολίτευση καί δέν ὑπάρχει ἀντιπολίτευση. Με αὐτήν τήν ἔννοια λέω ὅτι οἱ Ἀρχιερεῖς εἶναι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι λένε τίς ἀπόψεις τους, δέν συγκροτοῦν ἰδιαίτερες ὁμάδες, δέν εἶναι συμπολιτευόμενοι ἤ ἀντιπολιτευόμενοι στόν Ἀρχιεπίσκοπο. Γίνεται μία διεξοδική συζήτηση.

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος στήν συγκεκριμένη Ἱεραρχία δέν ἔκανε εἰσήγηση, ὅπως ὁ ἴδιος εἶπε τό ὀνόμασε ἐνημέρωση. Ἐνημέρωσε τήν Ἱεραρχία γιά ὅλο αὐτό τό ὁποῖο προηγήθηκε. Καί κυρίως ἐκεῖνο πού ἐμένα ἔκανε ἐντύπωση εἶναι ὅτι μᾶς παρουσίασε τήν ἀφορμή γιά τήν ἀρχή τῆς συζητήσεως μέ τόν Πρωθυπουργό γιά τά θέματα αὐτά, πῶς δηλαδή ἄρχισε νά γίνεται ἡ συζήτηση καί φυσικά πῶς κατέληξε αὐτή ἡ συζήτηση. Ἀνέφερε ὅλο τό ἱστορικό σχετικά μέ τήν περιουσία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία δεσμεύτηκε ἀναγκαστικά, ἀπαλλοτριώθηκε ἀπό τήν Πολιτεία, χωρίς νά ἀποζημιωθῆ ἡ Ἐκκλησία. Τό 96% τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, χρησιμοποιήθηκε γιά ἄλλους σκοπούς καί παρέμεινε τό 4%, ἐκ τῶν ὁποίων μόνο τό 1% εἶναι ἀξιοποιήσιμο, τό ἄλλο 3% δέν μπορεῖ νά ἀξιοποιηθῆ. Εἶναι ἕνα πρόβλημα τεράστιο πού ἀπασχολεῖ τήν Ἐκκλησία γιά νά μπορέση νά κάνη τό κοινωνικό ἔργο.

Μετά τήν ἐνημέρωση τήν ὁποία ἔκανε στήν Ἱεραρχία ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, ἀκολούθησε ἐνδιαφέρουσα συζήτηση. Οἱ Ἀρχιερεῖς ἔθεσαν τά θέματα, καί ἐπειδή ἔγινε ἀντιληπτό καί τό γνωρίζαμε ὅτι τά θέματα ἦταν δύο βασικά, δέν ἦταν μόνο ἡ οἰκονομική ἀνάπτυξη καί ἡ μισθοδοσία τοῦ Κλήρου, ἦταν δύο τά θέματα: Τό πρῶτον ἦταν ἡ ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος στό ἄρθρο 3, καί τό δεύτερον ἦταν ἡ ἀξιοποίηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας προκειμένου νά γίνη τό μισθολόγιο τῶν Κληρικῶν, νά πληρώνονται οἱ Κληρικοί καί κατά κάποιον τρόπο νά εἶναι ἐλεύθερη ἡ Ἐκκλησία νά ρυθμίζη τά τοῦ οἴκου της. Ἑπομένως οἱ τοποθετήσεις τῶν Ἀρχιερέων ἦταν καί στά δύο αὐτά ζητήματα.

Βεβαίως ἔγινε γνωστό ὅτι σέ μερικά σημεῖα ἔγινε συζήτηση μέ ὑψηλότατους τόνους ὄχι ὅπως τά παρουσίασαν τά Μέσα Μαζικῆς Ἐνημέρωσης. Δέν ἐλέχθησαν ἐκφράσεις οἱ ὁποῖες βγῆκαν, καί δέν ξέρω μέ ποιόν τρόπο βγῆκαν ἔξω ἀπό τήν Ἱεραρχία καί παρουσιάστηκαν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔγινε ἐνδιαφέρουσα συζήτηση.

Ἐκεῖνο πού ἔχει μεγάλη σημασία εἶναι ὅτι ἡ τελική ἀπόφαση, ἡ ὁποία ἦταν ἀποτέλεσμα μιᾶς μεγάλης διεργασίας, ἀπέβλεπε στό νά διατηρηθῆ ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί νά μή διασπασθῆ ἡ Ἐκκλησία. Αὐτό εἶναι τό πιό σημαντικό. Δηλαδή ἡ ἀπόφαση ἦταν ὁμόφωνη. Ὅταν λέμε ὁμόφωνη, ἦταν ὅλων τῶν Ἀρχιερέων, γιατί ἐκεῖ ἀκούστηκαν πολλές ἀπόψεις καί φυσικά καί τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Ἦταν μία ὁμόφωνη ἀπόφαση ἡ ὁποία εἶχε τρία σκέλη.

Γιά νά δοῦμε καθαρά τί ἦταν αὐτή ἡ ἀπόφαση, πρέπει νά ἐντοπίσουμε τά ρήματα τά ὁποῖα χρησιμοποιήθηκαν στήν ἀπόφαση αὐτή. Καί ἐπειδή ἤμουν ἕνας ἀπό τούς συντάκτες αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως, θέλω νά πῶ νά προσέξη κανείς τά ρήματα.

Τό πρῶτο ρῆμα εἶναι νά συνεχιστῆ ὁ διάλογος σέ θέματα κοινοῦ ἐνδιαφέροντος. Νά συνεχιστῆ ὄχι νά ἀρχίση, νά συνεχιστῆ, διότι ἤδη ἔχει ἀρχίσει μέ τήν συζήτηση πού ἔγινε μεταξύ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἄρα νά συνεχιστῆ τό πρῶτο. Τό δεύτερο ρῆμα νά ἀναθέση ἡ Ἱεραρχία στήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο, προκειμένου νά καθορίση τά πρόσωπα τά ὁποῖα θά συμμετάσχουν ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας στόν διάλογο αὐτόν. Καί τό τρίτο εἶναι νά ἐμμείνη ἡ Ἱεραρχία στό σημερινό καθεστώς μισθοδοσίας τῶν Κληρικῶν. Ἐάν κανείς ἐρευνήση διεξοδικά καί μέ πολλή προσοχή τά τρία αὐτά ρήματα, τότε θά καταλάβη ὅλο τό πνεῦμα τῆς Ἱεραρχίας, πού ἦταν ὁμόφωνο, ἐπαναλαμβάνω.

Ἐγώ ὅταν ἔφυγα ἀπό τήν Ἱεραρχία, ἐνημέρωσα τούς δημοσιογράφους, ἐπειδή ἤμουν ὑπεύθυνος ἐκπρόσωπος τύπου τῆς Ἱεραρχίας. Ἐνημέρωσα τούς δημοσιογράφους, προσπάθησα νά παρουσιάσω ὅλο αὐτό τό συνεκτικό ἀποτέλεσμα τῆς Ἱεραρχίας, ὅτι πηγαίνουμε σέ διάλογο. Φυσικά ἔχουμε καί τίς ἀπόψεις μας καί τίς κόκκινες γραμμές, καί ἐν πάσῃ περιπτώσει στόν διάλογο θά λεχθοῦν ὅλα τά ζητήματα.

Φεύγοντας ὅμως ἀπό ἐκεῖ προσπάθησα νά δῶ τί ἀποκομίζω καί τί ἀποκόμισα ἀπό ὅλη αὐτήν τήν Ἱεραρχία. Νομίζω εἶναι 3-4 σημεῖα πού εἶναι πολύ σημαντικά.

Τό πρῶτο ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνας εὐαίσθητος ὀργανισμός, εἶναι βασικά τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὅταν μιλᾶμε θεολογικά. Εἶναι εὐαίσθητος ὀργανισμός. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν μπορεῖ νά κομματικοποιηθῆ, δέν μπορεῖ νά ἐκμεταλλευθῆ καί νά χειραγωγηθῆ κομματικά. Ὅποιος ἐπεμβαίνει μέ τέτοιους τρόπους, μέ διαφορετικούς τρόπους –καί δέν ἀπευθύνομαι σέ ἕνα κόμμα– γενικότερα ὅσοι ἔχουν τέτοιες τάσεις νά κομματικοποιήσουν τήν Ἐκκλησία θά κάνουν πολύ μεγάλο λάθος. Γιατί ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ μάνα ὅλου τοῦ λαοῦ, εἶναι ἡ ἀγκαλιά, ἡ μεγάλη ἀγκαλιά πού δέχεται τούς πάντες. Αὐτό εἶναι τό πρῶτο.

Τό δεύτερο ὅτι οἱ Κληρικοί παντός βαθμοῦ, οἱ Ἐπίσκοποι καί οἱ ἄλλοι Κληρικοί, οἱ ἁπλοί Ἱερεῖς δέν εἶναι οἱ φεουδάρχες, ὅπως μερικοί τό γνωρίζουν καί τό ἔχουν ἀκούσει ἀπό τήν Δύση ἤ τέλος πάντων μερικοί ἔχουν ὑπόψη τους τήν Ρωσία, τήν ἀτμόσφαιρα τῆς Ρωσίας τοῦ δέκατου ἐνάτου αἰώνα. Δέν εἶναι φεουδάρχες, ἀλλά ἀγκαλιάζουν τόν λαό, μπαίνουν μέσα στόν λαό, ἔχουν ζυμωθῆ μέ τόν λαό, μέσα στά σπίτια, στίς χαρές, στόν πόνο, στίς δυσκολίες, στά προβλήματα καί γι’ αὐτόν τόν λόγο οἱ Κληρικοί δέν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, εἶναι εὐεργέτες. Μία ἐφημερίδα τό εἶχε τονίσει αὐτό παλαιότερα ὅτι εἶναι εὐεργέτες, ὄχι μόνο διότι διέθεσε ἡ Ἐκκλησία τήν περιουσία, ἀλλά καί διότι ἐξακολουθεῖ σήμερα ἡ Ἐκκλησία νά προσφέρη.

Καί ἕνα τρίτο, τό ὁποῖο θεωρῶ ὅτι εἶναι σημαντικό καί μᾶς ἐνδιαφέρει, ὅτι τό ἄρθρο 3 τοῦ Συντάγματος πού προτίθεται νά γίνη ἀλλαγή γιά «θρησκευτική οὐδετερότητα», εἶναι λάθος, γιατί τό Ἔθνος τό δικό μας 3.000 χρόνια, ἀπό τόν Ὅμηρο μέχρι σήμερα, ὅπως ὁ Ἡρόδοτος ἔχει πεῖ, ἔχει τρία στοιχεῖα: τό ὅμαιμον, τό ὁμόγλωσσον καί τό ὁμόθρησκον.
Τελικά ὅλη αὐτή ἡ συζήτηση πού πρέπει νά γίνη νομίζω πρέπει νά γίνη μέ ψυχραιμία, μέ νηφαλιότητα, μέ θέσεις γιά τό καλό πάντοτε τοῦ λαοῦ.