Ανακοινώθηκε η έναρξη υλοποίησης του νέου Leader για την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας, πράγμα που σηματοδοτεί τη διάθεση κονδυλίων στην επιχειρηματικότητα και σε μικρά δημόσια έργα.

Ένα πρόγραμμα που απευθύνεται στην ελληνική περιφέρεια, αφού εξαιρούνται από αυτό τα μεγάλα αστικά κέντρα της Περιφέρειας και της χώρας αντίστοιχα. Διαβάζουμε μάλιστα ότι η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας είναι μία από τις πρώτες Περιφέρειες της χώρας που ενεργοποιούν το πρόγραμμα, πράγμα που ασφαλώς πιστώνεται στις επιτυχίες της Περιφέρειας, αλλά που συγχρόνως δημιουργεί προβληματισμό για την καθυστέρηση που παρατηρείται αφενός στα αντίστοιχα προγράμματα των άλλων Περιφερειών και αφετέρου για την όλη καθυστέρηση που παρατηρείται στην έναρξη υλοποίησης των προγραμμάτων της νέας προγραμματικής περιόδου.

Πιο συγκεκριμένα, παρότι η νέα περίοδος για τα συγχρηματοδοτούμενα από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ελλάδα αναπτυξιακά προγράμματα, αναφερόμενη στη χρονική περίοδο 2014-2020, βρίσκεται στο ενδιάμεσο και κάτι του χρονικού της ορίζοντα, παρατηρούμε να ξεκινούν προγράμματα που, υπό κανονικές συνθήκες, αν υπήρχε δηλαδή ικανοποιητικά λειτουργικό και αποτελεσματικό κράτος, θα έπρεπε να έχουν ξεκινήσει εδώ και τρία χρόνια.

Ευτυχώς, βέβαια, που υπάρχει και η περίοδος ανοχής, η οποία επεκτείνεται άλλα δύο χρόνια μετά τη λήξη της περιόδου το 2020, ίσως και άλλο έναν χρόνο ακόμη με τη συνδρομή βέβαια κάποιων παραγόντων, οπότε στο τέλος θα μιλάει για επιτυχή ολοκλήρωση των προγραμμάτων και απορρόφηση των διαθέσιμων πόρων η οποιαδήποτε κυβέρνηση βρεθεί εκείνη τη στιγμή στο τιμόνι της χώρας.

Και γιατί δεν θα πρέπει να μιλάμε για επιτυχία, θα σκεφθεί κάποιος, αφού πάντα κερδίζουμε, έστω και στην παράταση; Η παραδοχή αυτή εμπεριέχει μεγάλη δόση αλήθειας και είναι βολική για όλους, πολύ περισσότερο μάλιστα για όσους ασκούν διοίκηση, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι αποπροσανατολίζει από το πραγματικό πρόβλημα. Πρόβλημα, το οποίο έχει να κάνει πρωταρχικά με την αναποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού αλλά και με τη γραφειοκρατική διάρθρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παράγοντες που συνδυαζόμενοι δημιουργούν μια σύνθεση αναποτελεσματικότητας που σκοτώνει την ανάπτυξη και βρίσκεται σε αντιδιαστολή με τις ανάγκες της κοινωνίας.

Μια κατάσταση, η οποία, για να λέμε την αλήθεια, δεν είναι καινούριο φαινόμενο ούτε απηχεί την ικανότητα πολιτικών ηγεσιών είτε σε κεντρικό είτε σε περιφερειακό επίπεδο, αλλά απλά επιβεβαιώνει τις δομικές αδυναμίες του κρατικού μηχανισμού, ο οποίες είναι διαχρονικά παρούσες παρά την εναλλαγή των πολιτικών κομμάτων και των ποικίλης απόχρωσης συμμαχικών εκάστοτε κυβερνήσεων στην κεντρική διοίκηση αλλά και αντίστοιχα στις διοικήσεις των αποκεντρωμένων μορφών διοίκησης,  της αυτοδιοίκησης, δηλαδή, είτε του δευτέρου είτε και του πρώτου βαθμού.

Οπότε το πρόβλημα έχει μεγαλύτερο βάθος από την απλή εναπόθεση ευθυνών στην εκάστοτε διοίκηση. Έτσι γινόταν ως τώρα, έτσι γίνεται και τώρα και πιθανότατα έτσι θα γίνεται και στο μέλλον. Μάλλον, έτσι θα γίνεται όσο το πολιτικό σύστημα πρωτίστως, αλλά και οι πολίτες μέσω των δυνατοτήτων παρέμβασης που τους δίνονται και που δεν είναι αμελητέες στο πλαίσιο των δημοκρατικών συνθηκών που βιώνει η χώρα, δεν θα συμφωνήσουν στο αυτονόητο. Στο να γίνουν, δηλαδή, όλα όσα πρέπει, τόσο σε επίπεδο πολιτικών αποφάσεων όσο και σε επίπεδο αποδοχής από το σύνολο της κοινωνίας, για τη δημιουργία ενός κράτους που να μπορεί να εγγυηθεί την απαιτούμενη αποτελεσματικότητα των πάσης φύσεως λειτουργιών του.

Στόχος πολυσυζητημένος και με αναγκαιότητα αποδεκτή από τους πάντες, αλλά, δυστυχώς, άπιαστος ως τώρα! Οπότε, ποιο είναι το πρωτεύον στη συγκεκριμένη περίπτωση; Η δημιουργία αποτελεσματικών δομών σε επίπεδο χώρας αλλά και Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι, ασφαλώς, η απάντηση.

Να υπάρξει, δηλαδή, και σ’ αυτόν τον τομέα, η επανάσταση του αυτονόητου.

Υπάρχει όμως και ένα άλλο επιμέρους ζήτημα που αφορά τη λογική του εν λόγω προγράμματος. Κι αυτό σχετίζεται με δύο παραμέτρους. Η μία παράμετρος αναφέρεται στους πόρους του προγράμματος και η άλλη στις περιοχές εφαρμογής του. Αναφορικά με την πρώτη παράμετρο, οι διαθέσιμοι πόροι μέσω του εν λόγω προγράμματος σε σχέση με τα προηγούμενα αντίστοιχα της περιόδου 2007-2013 (Άξονας 3 και Άξονας 4 του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης) είναι κατά πολύ περιορισμένοι στο σύνολό τους. Αναφορικά με τις περιοχές εφαρμογής του προγράμματος, τίθεται κι εδώ ένα μεγάλο ζήτημα, αφού αυτά αφορούν σχεδόν το σύνολο των περιοχών – χαρακτηριστικό είναι ότι στη Δυτική Ελλάδα εξαιρούνται μόνο τρία μεγάλα αστικά κέντρα, η Πάτρα, ο Πύργος και το Αγρίνιο – πράγμα που θα αποβεί, όπως είναι φυσικό, σε βάρος της ενδοχώρας, των περιοχών δηλαδή που έχουν ανάγκη μεγαλύτερης ενίσχυσης τόσο σε δημόσια έργα όσο και σε ιδιωτικές επενδύσεις, όπως είναι οι ορεινές περιοχές. Κάτι που δεν συνέβαινε, σε τέτοιο βαθμό τουλάχιστο, στις προηγούμενες αντίστοιχες χρηματοδοτικές περιόδους, αφού υπήρχαν κάποιες δικλείδες ασφαλείας με την οριοθέτηση των περιοχών παρέμβασης που θεσπίζονταν κάθε φορά βάσει κάποιων κριτηρίων – γεωγραφικών, αναπτυξιακών και άλλων σχετικών – πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα την άμβλυνση ως έναν βαθμό των μεγάλων ανισοτήτων μεταξύ των επιμέρους περιοχών εφαρμογής των εν λόγω προγραμμάτων.

Εάν τα παραπάνω συνδυαστούν με το αρνητικό περιβάλλον που έχει δημιουργήσει η οικονομική κρίση αναφορικά τόσο με τις δημόσιες όσο και με τις ιδιωτικές επενδύσεις, κάτι που αποτυπώνεται με ιδιαίτερα αρνητικό τρόπο στις μειονεκτικές περιοχές, τότε προκύπτει η αδήριτη πραγματικότητα που θα δούμε να εξελίσσεται μέσω και του εν λόγω προγράμματος. Η διεύρυνση δηλαδή των ανισοτήτων σε ενδοπεριφερειακό επίπεδο, σε βάρος, εννοείται, της ενδοχώρας και υπέρ των πόλεων και των πιο ανεπτυγμένων επιμέρους περιοχών. Εξαιρούνται οι μεγάλες πόλεις, θα πει κάποιος. Ναι, αλλά αυτό δεν αρκεί, καθώς στην ουσία τα τμήματα του αστικού ιστού εξαιρούνται και όχι τα μεγάλα χωριά που ουσιαστικά αποτελούν προάστια αυτών των πόλεων ούτε οι υπόλοιπες πόλεις, που μπορεί να είναι μικρές για τα ευρωπαϊκά δεδομένα αλλά μεγάλες για την πραγματικότητα της χώρας μας.

Οπότε, ποιο είναι το πρωτεύον στην περίπτωση αυτή; Η διαχείριση, ασφαλώς, του εν λόγω προγράμματος σε ενδοπεριφερειακό επίπεδο από την κάθε αυτοδιοίκητη Περιφέρεια με τέτοιο τρόπο που θα εγγυάται την κατανομή των πόρων με κριτήρια που θα στοιχίζονται με την αναγκαιότητα της ισόρροπης ενδοπεριφερειακής ανάπτυξης.

Απαιτείται, δηλαδή, κι εδώ η επανάσταση του αυτονόητου!

Καταληκτικά, να καλωσορίσουμε την έναρξη εφαρμογής του εν λόγω χρηματοδοτικού προγράμματος στην Περιφέρειά μας, στη Δυτική Ελλάδα, να ευχηθούμε στην πορεία εφαρμογής του να ενισχυθεί με τους επιπλέον απαραίτητους πόρους για την υλοποίηση των πλέον αναγκαίων αναπτυξιακών υποδομών ειδικά στις μειονεκτικές περιοχές, αλλά εκ των προτέρων να πούμε ότι καλό είναι αυτές οι περιοχές να περιορίσουν τις απαιτήσεις τους, για να μην απογοητευτούν στη συνέχεια. Αυτά, και η ειλικρινής ευχή εκ μέρους μου είναι η διάψευση των αναφερόμενων στο παρόν άρθρο.

 

Νίκος Κωστακόπουλος

(Εκπαιδευτικός – Δημοτικός Σύμβουλος Θέρμου)