«…Ο Ζόραν Ζάεφ για το περιεχόμενο της Συμφωνίας των Πρεσπών λέει ότι «η Ελλάδα δικαιούται να είναι ηγέτης στα Βαλκάνια». Κι αλλού ότι: «εκείνο που γνωρίζω είναι πως εμείς αντιλαμβανόμαστε ότι όλοι αποτελούμε μέρος αυτής της ιστορικής περιοχής της Μακεδονίας. Και αποδεχόμαστε τα επιχειρήματα και το γεγονός ότι εμείς θα είμαστε «Η Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας» και μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναγνωρίζουμε με κάθε λειτουργικό τρόπο ότι η ελληνική Μακεδονία είναι απολύτως διαχωρισμένη από τη χώρα μας, υποστηρίζουμε πλήρως τα υφιστάμενα σύνορα και αναγνωρίζουμε την ξεχωριστή μας κληρονομιά, την ξεχωριστή αρχαία ελληνική ιστορία της περιοχής»…».

Αυτά αναφέρονται, μεταξύ άλλων, σε άρθρο με τίτλο «Ζάεφ: «Η Συμφωνία των Πρεσπών δεν μπορεί να αλλάξει στο μέλλον», που είναι δημοσιευμένο στο «the caller».

Και είναι ν’ απορεί κανείς. Όταν τέτοιου τύπου δηλώσεις προέρχονται από τα χείλη του ηγέτη της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, (του Ζόραν Ζάεφ εν προκειμένω), θα αποτελούσε ασυγχώρητη ολιγωρία εκ μέρους του ελληνικού πολιτικού συστήματος να μην αδράξει την ευκαιρία που παρουσιάζεται, για πρώτη φορά μετά από πολλές δεκαετίες από τότε που έχουν ανακύψει τα προβλήματα ανάμεσα στη Ελλάδα και στο κράτος των Σκοπίων (τα οποία αναφέρονται όχι μόνο στην περίοδο των τριών τελευταίων δεκαετιών που το κράτος αυτό κατέστη ανεξάρτητο αλλά και πιο πριν που ανήκε ως ομόσπονδο κράτος στην πρώην Γιουγκοσλαβία αλλά κι ακόμη παλιότερα), και να μην προσπαθήσει να έρθει σε έναν αξιοπρεπή και έντιμο συμβιβασμό για τα ζητήματα που χωρίζουν τις δύο πλευρές.

Από αυτή την άποψη, δεν μπορεί, με βάση τον ορθολογισμό, να κρίνεται ως ορθή η προσπάθεια που έγινε και βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη εκ μέρους της κυβέρνησης για το ζήτημα αυτό. Αν έχουν υπάρξει επιμέρους αστοχίες, αυτό είναι ένα ζήτημα που μπορεί να κριθεί αναλόγως και να αναζητηθούν εναλλακτικές βελτιωτικές κινήσεις και τώρα και στο μέλλον, αλλά σε καμία περίπτωση αυτό δεν αποτελεί δικαιολογία για ακύρωση της συμφωνίας και για παραμονή της στασιμότητας στο ζήτημα.

Άλλωστε, αυτό που δεν πρέπει να μας διαφεύγει είναι ότι σε κάθε είδους διακρατική συμφωνία δεν υπάρχει ποτέ απόλυτη επιτυχία του ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη. Έτσι συνέβαινε πάντοτε, εξάλλου, κι έτσι θα συμβαίνει πάντα σε κάθε είδους συμβιβασμό. Και όχι μόνο διακρατικό αλλά και διαπροσωπικό. Κι από αυτόν τον κανόνα δεν θα μπορούσε να εξαιρεθεί και η εν λόγω συμφωνία.

Αυτό πρέπει να το γνωρίζει καθένας που επιλέγει τον δρόμο του συμβιβασμού σε μια διένεξη. Εκτός και θεωρεί πιο ορθό να επιλέξει τον άλλον δρόμο. Αυτόν της αδιαλλαξίας. Έναν δρόμο, όμως, που είναι σύμφυτος με τη βίαιη επιβολή του δικαίου. Ποιου δικαίου, όμως; Αυτό του ισχυροτέρου. Ή μάλλον το δίκαιο αυτού που θα βγει νικητής από τη σύγκρουση, αν μιλάμε για διακρατικές διαφορές.

Όσο για τις – υπερπληθείς, είναι αλήθεια – υπερπατριωτικές φωνές και αντιλήψεις που αφθονούν και από τις δυο πλευρές των συνόρων μεταξύ των δύο χωρών, το μόνο σίγουρο είναι πως δεν συνεισφέρουν θετικά σ’ αυτή τη συγκυρία. Κι αυτό, γιατί δεν πρέπει να χαθεί αυτή η ευκαιρία ειρηνικής διευθέτησης των διαφορών. Είναι υποχρέωση έναντι των επερχόμενων γενεών.

Κι αυτό γιατί δεν υπάρχει άλλη λύση.

Ή μάλλον υπάρχει, αλλά δεν είναι σίγουρο ότι είναι επιθυμητή από την πλειοψηφία τουλάχιστο όσων υπερθεματίζουν στην ακύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών. Κι αυτό γιατί ο καθένας μπορεί να καταλάβει ότι θα είναι χειρότερη. 
Ποια είναι αυτή; 
Μα, φυσικά, ο πόλεμος…
Με όσα δεινά κάτι τέτοιο θα επιφέρει και με την απόλυτη βεβαιότητα ότι δεν θα λύσει και το πρόβλημα, αν μάλιστα δεν το κάνει ακόμη χειρότερο και δεν το περιπλέξει ακόμη πιο πολύ σε σχέση και με άλλα μείζονος σημασίας εθνικά ζητήματα…

Είναι προτιμότερη, άραγε, αυτή η λύση; 

Ας το σκεφτούμε λιγάκι περισσότερο!

Ας επικρατήσει ο ορθολογισμός έναντι του θυμικού σ’ αυτό το μείζον εθνικό ζήτημα!!

Είναι πατριωτικό καθήκον!!!

Νίκος Κωστακόπουλος

(Εκπαιδευτικός – Δημοτικός Σύμβουλος Θέρμου)