Συντρόφισσες και σύντροφοι, φίλες και φίλοι

Η συγκεκριμένη εκδήλωση δεν θα έπρεπε να γίνει σε αίθουσα ξενοδοχείου αλλά σε ένα μεγάλο στάδιο, για να μπορέσει να χωρέσει ο κόσμος, να μπορέσουν να χωρέσουν οι ιδέες, οι αγωνίες, οι έγνοιες του κόσμου της δημοκρατικής και προοδευτικής παράταξης, που συναντιέται σήμερα σε μια ελπιδοφόρο πορεία προς τα εμπρός.

Θέλω ειλικρινά να ευχαριστήσω όλες και όλους όσοι πήρατε αυτή την πρωτοβουλία για αυτήν την εκδήλωση, αλλά και όλες και όλους όσοι ανταποκριθήκατε απόψε σε αυτό το κάλεσμα.

Γιατί πιστεύω ότι η εκδήλωση αυτή είναι ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός στην προσπάθεια που ξεκινήσαμε από την επόμενη των εκλογών, που έφεραν μετά από τεσσεράμισι σκληρά και δύσκολα χρόνια τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην αντιπολίτευση, αλλά παρόλα αυτά με τον έναν στους τρεις ψηφοφόρους να τον έχουν στηρίξει στην πιο δύσκολη στιγμή.

Είχα την ευθύνη – και νομίζω ορθώς – το ίδιο κιόλας βράδυ να αποκωδικοποιήσω αυτό το μήνυμα που μας έστειλαν ο ένας στους τρεις ψηφοφόρους, το 32% που στην κάλπη στήριξε το ψηφοδέλτιο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – Προοδευτική Συμμαχία. Και μίλησα για επένδυση του προοδευτικού κόσμου στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και την Προοδευτική Συμμαχία, αλλά ταυτόχρονα και για μια εντολή μετασχηματισμού. Και αυτή την εντολή επιχειρώ και επιχειρούμε να υλοποιήσουμε όλο αυτό το διάστημα. Να μετασχηματίσουμε τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και την Προοδευτική Συμμαχία σε ένα μαζικό, ανοιχτό και δημοκρατικό κόμμα, που θα αποτελεί τη καρδιά της προοδευτικής παράταξης στον τόπο μας.

Σε αυτή τη κατεύθυνση έχουμε ήδη κάνει βήματα θαρραλέα, παρά τις φυσιολογικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένα τόσο σύνθετο εγχείρημα. Προχωρήσαμε λοιπόν στη συγκρότηση της Κεντρικής Επιτροπής Ανασυγκρότησης, όπου εγκρίναμε την νέα μας διακήρυξη, ένα ανοιχτό δημοκρατικό κάλεσμα ένταξης όλων των προοδευτικών πολιτών στις γραμμές μας, αλλά ταυτόχρονα και μια διακήρυξη που ιχνηλατεί το νέο «εμείς», το νέο μας συλλογικό «εμείς», τη νέα μας ταυτότητα. Και παράλληλα ξεκινήσαμε μια μεγάλη πορεία προς τους πολίτες, από άκρη σε άκρη σε όλη την Ελλάδα, για να φτάσει παντού το προσκλητήριο της συμμετοχής και να δημιουργήσουμε μια καινούργια αδιαμεσολάβητη σχέση του πολίτη με την πολιτική.

Και βλέπουμε, μέρα με τη μέρα, ότι αυτή η προσπάθεια αποφέρει καρπούς. Χιλιάδες και χιλιάδες άνθρωποι αναθαρρούν, ξαναβρίσκουν την αισιοδοξία τους, εκφράζουν την θέληση να συμμετάσχουν στο εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ και της Προοδευτικής Συμμαχίας. Στην ανασύνταξη της μεγάλης προοδευτικής και δημοκρατικής πλειοψηφίας. Με τους όρους της εποχής μας. Με όρους πρώτα-πρώτα ενότητας και συστράτευσης. Γιατί σήμερα, περισσότερο από ποτέ, έχουμε ανάγκη αυτή τη συστράτευση. Γιατί σήμερα έχουμε ανάγκη στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη από μια νέα Αριστερά.

Οι εργαζόμενοι, η κοινωνική πλειοψηφία, οι άνθρωποι που επενδύουν στην πρόοδο, χρειάζονται μια νέα, μαζική, λαϊκή, πολυσυλλεκτική, σύγχρονη και δημοκρατική Αριστερά. Να στέκεται αποτελεσματικά απέναντι στον συντηρητισμό, δίπλα στους πολίτες, μπροστά στις εξελίξεις.

Και για να πετύχουμε αυτό τον στόχο είμαστε και πρέπει να είμαστε έτοιμοι να υπερασπιστούμε τον κοινό τόπο όλων μας. Να υπερβούμε στερεότυπα του παρελθόντος, ιστορικά ξεπερασμένες διαφορές και αντιθέσεις, και να δώσουμε νέα ζωή και νέα πνοή στις ιδέες της δημοκρατίας, της προόδου, και του κοινωνικού μετασχηματισμού με ορίζοντα τον σοσιαλισμό.

Επιτρέψτε μου όμως, αγαπητοί σύντροφοι, πριν προσπαθήσω να σας εξηγήσω πώς φαντάζομαι αυτή τη συναρπαστική κοινή μας πορεία, από εδώ και στο εξής, να κάνω μια αναδρομή στις, μέχρι σήμερα, παράλληλες πορείες όλων μας. Παράλληλες πορείες σε παράλληλες όμως διευθύνσεις, με διαφορετικές και ασύμπτωτες τροχιές αλλά όχι από διαφορετικό τόπο αφετηρίας, ούτε σε αντίθετη φορά.

Από τη μεταπολίτευση του 1974, στη χώρα μας υπήρξαν δυο βασικοί πόλοι που εξέφρασαν την προοδευτική παράταξη. Τα Κομμουνιστικά Κόμματα, η λεγόμενη τότε παραδοσιακή Αριστερά με το δικό της ιστορικό, πολιτικό, και αξιακό φορτίο, και το ΠΑΣΟΚ, μια νέα και ορμητική πολιτική δύναμη με ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά που, με επικεφαλής τον Ανδρέα Παπανδρέου, ήρθε να καταλάβει τον χώρο ανάμεσα στη Δεξιά και την παραδοσιακή Αριστερά.

Και οι δυο πόλοι είχαν σημαντικές διαφορές, αλλά ένα κοινό σημείο αφετηρίας: Προέρχονταν από την ίδια μήτρα. Τη μήτρα της Εθνικής Αντίστασης, κυρίως της ΕΑΜικής αντίστασης. Η προοδευτική παράταξη με τους δυο διακριτούς της πόλους εκτινάχτηκε και κυριάρχησε στο πολιτικό σκηνικό του τόπου μας, χάρη στη νέα ορμή που προσέδωσε στην Αριστερά και στο προοδευτικό κίνημα ο αντιδικτατορικός αγώνας του λαού και κυρίως της νεολαίας μας, κατά τη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας.

Αυτές οι δυνάμεις ήταν που εξέφρασαν τις δεκαετίες του ‘70 και του ‘80, με διαφορετικούς όρους, τον στόχο της υπέρβασης του μετεμφυλιακού καθεστώτος, με ορίζοντα όχι απλά την υπέρβαση του κράτους της Δεξιάς, αλλά και την υπέρβαση του καπιταλισμού, δηλαδή τη σοσιαλιστική προοπτική της Ελλάδας. Και για την εξυπηρέτηση αυτού του στόχου, έβαλαν στην ημερήσια διάταξη τα μεγάλα ζητήματα της δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης, της εθνικής ανεξαρτησίας, σε διαρκή σύγκρουση με τη Δεξιά της καθεστωτικής συντήρησης.

Άλλοτε συμπλέοντας, κυρίως στα μέτωπα της δημοκρατίας και των κοινωνικών κινημάτων, και άλλοτε σε σύγκρουση μεταξύ τους για την «οικειοποίηση» της δημοκρατικής πλειοψηφίας, καλλιέργησαν σε πλατιά στρώματα του λαού μας τον στόχο, και το όνειρο, αν θέλετε, μιας νέας Ελλάδας, που είχε όπως πίστευαν την ικανότητα, τις κινητήριες δυνάμεις, και τη δυνατότητα να οργανώσει το προοδευτικό και σοσιαλιστικό της μέλλον.

Εκατομμύρια άνθρωποι, με κίνητρο αυτόν τον στόχο, όχι μόνο στήριξαν με την ψήφο και το πάθος τους για αλλαγή το ΠΑΣΟΚ, κυρίως, αλλά και την παραδοσιακή Αριστερά, αλλά στρατεύτηκαν, διαδήλωσαν, αγωνίστηκαν, μάτωσαν, για να μπει η Ελλάδα οριστικά σε ένα δρόμο προόδου.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι αγώνες αυτοί δεν πήγαν χαμένοι. Όποιο βήμα προς τα εμπρός, μεγάλο ή μικρότερο, έγινε στη χώρα μας στη μεταπολίτευση, οφείλεται σε αυτούς τους αγώνες. Οφείλεται στη προοδευτική παράταξη του τόπου και στους δύο πόλους της.

Ωστόσο, στο πέρασμα των χρόνων και της ιστορίας, ο στρατηγικός στόχος, τα οράματα και οι προσδοκίες και των δυο πόλων της προοδευτικής παράταξης, διαψεύστηκαν. Τα ΚΚ, η παραδοσιακή Αριστερά, έζησε τη μεγάλη διάψευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, που αποδείχτηκε ότι δεν ήταν ούτε υπαρκτός, ούτε σοσιαλισμός. Και ο κόσμος του ΠΑΣΟΚ, από τη δική του πλευρά, έζησε τη διάψευση του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας.

Η προσδοκία του προοδευτικού κόσμου για μια Ελλάδα που θα βαδίζει σταθερά σε ένα άλλο δρόμο έμεινε ανεκπλήρωτη. Και η προοδευτική πλειοψηφία στο σύνολό της τραυματίστηκε σοβαρά, τόσο από τις πολιτικές ενσωμάτωσης που σιγά-σιγά εξουδετέρωσαν τον ριζοσπαστισμό του ΠΑΣΟΚ, όσο και από την πολιτική απομόνωσης και εχθρότητας προς όλες τις «όμορες» πολιτικές δυνάμεις, στις οποίες κατέφυγε η παραδοσιακή Αριστερά, και κυρίως το Κ.Κ.Ε.

Η πτώση του υπαρκτού και το κύμα αντίδρασης που την ακολούθησε, σε συνδυασμό με τις εγγενείς αδυναμίες και των δύο προοδευτικών πόλων, οδήγησε την ίδια περίοδο και σε μια αχρείαστη και ανελέητη σύγκρουση μεταξύ τους. Μια σύγκρουση που μοναδικό κερδισμένο είχε τη Δεξιά, που χάρη σε αυτή κατάφερε τελικά να επανέλθει στην εξουσία το 1990.

Η διάσπαση του Κ.Κ.Ε. το 1991 και η αποχώρησή του από τον τότε Συνασπισμό ήρθαν να εντείνουν το κλίμα αμοιβαίας καχυποψίας και σύγκρουσης. Έκτοτε το Κ.Κ.Ε. ακολούθησε τον μοναχικό του δρόμο, αναπαράγοντας τον εαυτό του έξω και πέρα από τις πραγματικές συνθήκες στη χώρα και στον κόσμο. Σε έναν ιδιότυπο απομονωτισμό, που συνδυασμένος με έναν εκτός πραγματικότητας επαναστατικό βερμπαλισμό, κρατάει στο υποτίθεται ιδεολογικά καθαρό περιθώριο, τις όποιες δυνάμεις επηρεάζει.

Ενώ το ΠΑ.ΣΟ.Κ., ιδιαίτερα στην μετά Ανδρέα εποχή, πήρε τον δρόμο του λεγόμενου εκσυγχρονισμού και εγκατέλειψε βήμα βήμα τις ιδεολογικές και αξιακές του καταβολές. Η δε μνημονιακή του σύμπραξη και συγκυβέρνηση με τη Ν.Δ. του Σαμαρά και το ΛΑ.Ο.Σ., το οδήγησε σταδιακά στο να χάσει οριστικά την επαφή του με το μεγαλύτερο μέρος των κοινωνικών δυνάμεων που κάποτε είχε εκφράσει και εν τέλει, με τον ίδιο του τον εαυτό.

Σε αυτές τις συνθήκες, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κατάφερε να μετατραπεί σε βασικό εκφραστή του προοδευτικού χώρου, όχι γιατί είχε την κρίσιμη μάζα.

Ούτε γιατί είχε, και πράγματι είχε, μια ιδεολογική επιρροή μεγαλύτερη από την εκλογική του δύναμη.

Αλλά κυρίως γιατί ήταν πάντοτε ένα κόμμα εν κινήσει.

Γεννήθηκε μέσα στις ωδίνες της πτώσης του υπαρκτού και της διάψευσης των σοσιαλιστικών οραμάτων, και απέκτησε δυναμική χάρη στην διαρκή προσπάθειά του να ψηλαφήσει στις νέες συνθήκες και να συμβαδίσει με τις νέες συνθήκες και με τα προτάγματά τους.

Η ίδια η γέννηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., τα ιδεολογικά του χαρακτηριστικά, ήταν αποτέλεσμα της πολυχρωμίας των δυνάμεων που τον δημιούργησαν και τον κατέστησαν από την αρχή ένα κόμμα της ριζοσπαστικής και Ανανεωτικής Αριστεράς σε διαρκή κίνηση.

Κι αυτό, η προσπάθεια διαλεκτικής σχέσης με την πραγματικότητα που αλλάζει, παραμένει και σήμερα ένα βασικό του χαρακτηριστικό.

Φίλες και φίλοι, θα αναρωτιέστε, γιατί τα λες όλα αυτά σήμερα;

Δεν είμαι ιστορικός, ούτε είχα πρόθεση να έρθω εδώ και να κάνω μαθήματα Ιστορίας. Αλλά ξέρω καλά ότι, αν θέλουμε να πατάμε γερά στο σήμερα, καλό είναι να θυμόμαστε καλά και το χτες. Να μην το ξεχνάμε.

Να βγάζουμε συμπεράσματα από το χτες. Ο καθένας με την ιστορική διαδρομή του που τον τιμά και την τιμά. Γιατί καμιά από τις ιστορικές και πολιτικές διαδρομές, όλων όσοι είμαστε εδώ σήμερα, δεν είναι διαδρομή που κάποιος πρέπει να μην αισθάνεται ευχάριστα για αυτήν. Να βγάζουμε όμως συμπεράσματα από τα λάθη, τις αντιφάσεις, και τις αδυναμίες, που τελικά δεν πλήρωσε μόνο η προοδευτική παράταξη, αλλά πλήρωσε η χώρα.

Το σήμερα όμως είναι σε κάθε περίπτωση αυτό που μας καίει. Όλους μας. Στο σήμερα οφείλουμε να αντιστοιχηθούμε, όχι για να βολευτούμε σ’ αυτό, αλλά για ανοίξουμε τον δρόμο του αύριο.

Σήμερα, λοιπόν, τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Στην Ελλάδα, η βιαιότητα των μνημονίων οδήγησε σε βίαιη ανακατάταξη του πολιτικού σκηνικού. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κατάφερε να εκφράσει την επιθυμία και την ελπίδα του λαού μας να βγει η χώρα από τον φαύλο κύκλο της οικονομικής κρίσης και της διαφθοράς και να ανακτήσει την κυριαρχία της. Το κατάφερε αυτό, όπως προείπα, λαμβάνοντας ένα δάνειο εμπιστοσύνης κυρίως από τους προοδευτικούς ανθρώπους που μέχρι τα μνημόνια ήταν κυρίως στη κάλπη του ΠΑ.ΣΟ.Κ., αλλά όχι μόνο.

Το δάνειο του 2015, όμως, σήμερα έχει μετατραπεί πια σε επένδυση εμπιστοσύνης και σε εντολή – προσμονή μετασχηματισμού. Κι όλα αυτά λαμβάνουν χώρα σε μια περίοδο που στην Ευρώπη η παραδοσιακή Αριστερά φαίνεται να βρίσκεται εκτός πολιτικού παιχνιδιού και η σοσιαλδημοκρατία σε διαρκή μαρασμό.

Η Δεξιά εμφανίζεται κυρίαρχη και η άκρα Δεξιά σηκώνει κεφάλι, ιδίως εκεί όπου η Αριστερά και οι προοδευτικές δυνάμεις, αδυνατούν να συντονίσουν το βήμα τους.

Ο νεοφιλελευθερισμός, η σύγχρονη και συμπυκνωμένη μορφή ενός άγριου καπιταλισμού, σε αντίθεση με ότι συνέβαινε τη δεκαετία του ‘70 και του ‘80, μοιάζει σήμερα κυρίαρχος στην Ευρώπη και τον κόσμο.

Η ελληνική περίπτωση, ωστόσο, ήταν πάντοτε ιδιαίτερη. Η Ελλάδα και ο ευρωπαϊκός Νότος για λόγους ιστορικά εξηγήσιμους αποτελούσε πάντοτε προνομιακό πεδίο για τις δυνάμεις τις δημοκρατικές, τις δυνάμεις της προόδου, για την αριστερά.

Στην Ελλάδα ο ρόλος του ΕΑΜ στην εθνική αντίσταση και ο τρόπος που επιβλήθηκε το σκληρό μετεμφυλιακό κράτος της Δεξιάς, έδωσε στις καταπιεσμένες και κυνηγημένες δημοκρατικές και αριστερές δυνάμεις της χώρας, παρότι υπό διωγμό, μια σταθερή πλειοψηφική επιρροή μετά τον εμφύλιο. Και κυρίως μια ιδεολογική επιρροή. Κάθε φορά που ερχόταν η ώρα της κάλπης, χρειάζονταν εκλογικά πραξικοπήματα, κινητοποίηση του κράτους και του παρακράτους και αγριότητες, για να μπορέσει η Δεξιά να βρίσκεται στην εξουσία. Μετά τη χούντα, όμως, αυτή η πολιτική και ιδεολογική υπεροχή της προοδευτικής παράταξης μεταφράστηκε σε πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία. Ηγεμονία που οδήγησε στην μεγάλη προοδευτική αλλαγή του 1981. Ας μην ξεχνάμε ότι δεν ήταν μονάχα η σαρωτική νίκη του ΠΑ.ΣΟ.Κ., αλλά το γεγονός ότι και οι δύο πόλοι, για τους οποίους μίλησα πριν, της προοδευτικής παράταξης, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και τα δυο κομμουνιστικά κόμματα της Αριστεράς, συγκέντρωσαν αθροιστικά πάνω από το 60% του εκλογικού σώματος.

Ηγεμονία που διατηρήθηκε παρά τις αντιφάσεις της μέχρι τις μέρες μας και που έπαιξε και καθοριστικό ρόλο στο να είναι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., και όχι κάποια δύναμη της Δεξιάς, αυτός που συγκέντρωσε την προτίμηση των πολιτών που ήθελαν να εκφράσουν την αντίθεσή τους στα μνημόνια, καταφέρνοντας έτσι την πρωτοφανή πολιτική ανατροπή του Γενάρη του 2015.

Αυτή ακριβώς, λοιπόν, τη σχεδόν διαχρονική από τη μεταπολίτευση και μετά ηγεμονία, επιθυμεί να ανατρέψει σήμερα η νέα Δεξιά του κ. Μητσοτάκη. Μια Δεξιά που δεν είναι και τόσο νέα σε ιδέες, σε ταξική μονομέρεια και σε καθεστωτική στρατηγική. Διαθέτει όμως μια συντριπτική επικοινωνιακή υπεροπλία, με όλα σχεδόν τα ΜΜΕ της διαπλοκής στο πλευρό της, που της δίνει τη δυνατότητα να εμφανίζει το παλιό ως νέο, τη συντήρηση ως δήθεν μεταρρύθμιση, την άλωση του κράτους ως «επιτελική» πρωτοτυπία, τα φθαρμένα πρόσωπα ως δήθεν φρέσκο πολιτικό προσωπικό. Το ψέμα ως αλήθεια και την αλήθεια ως ψέμα.

Η αλήθεια της πολιτικής της είναι όμως τόσο άσχημη και τόσο χυδαία, θα έλεγα, που δεν μπορεί πια να κρύβεται, όσες αγιογραφίες κι αν σχεδιάζουν τα φιλικά της ΜΜΕ. Και ακριβώς γι’ αυτό είναι σήμερα όχι μόνο σωστή, αλλά και επείγουσα η προοδευτική συστράτευση και η δημοκρατική αντίσταση. Και για να χρησιμοποιήσω έναν όρο που σίγουρα θα σας αρέσει, έρχεται από το παρελθόν: Είναι επείγουσα η συστράτευση η προοδευτική. Εδώ και τώρα.

Στην πρωτοπορία πρέπει να μπει η νέα γενιά, οι νέες και οι νέοι αγωνιστές. Οι νέες και οι νέοι που έχουν ακόμα ζωντανά τα οράματα της αλλαγής της κοινωνίας. Οι νέες και οι νέοι που ονειρεύονται μόνιμη και σταθερή δουλειά για όλους. Για το μέλλον αυτής της νέας γενιάς που θέλει να ζήσει με αξιοπρέπεια, που θέλει να ζήσει σε ένα κράτος αλληλεγγύης και δημοκρατίας. Γι’ αυτό είναι επείγουσα περισσότερο από ποτέ η συστράτευση των προοδευτικών πολιτών, η συστράτευση της μεγάλης προοδευτικής και δημοκρατικής παράταξης στον τόπο μας.

Για αυτές τις νέες και τους νέους που έχουν δικαίωμα στο όνειρο, αλλά σήμερα, όχι μόνο πετιούνται έξω από τις δουλειές, κακοποιούνται, ξεγυμνώνονται, ταπεινώνονται με πρωτοφανή τρόπο από τους πραιτοριανούς της Δεξιάς και της άκρας Δεξιάς, με στολή αστυνομικού. Υπό τις ευλογίες του κυρίου Μητσοτάκη, αυτουργού του δόγματος Νόμος και Τάξη.

Αυτή την συστράτευση θα έλεγα ότι την κάνει επείγουσα και αυτή η παλινόρθωση του πελατειακού και αυταρχικού κράτους, που βλέπουμε το τελευταίο διάστημα, ο χυδαίος νεποτισμός, η επέλαση των γαλάζιων παιδιών, δικών τους παιδιών, που πολλές φορές δεν είναι και τόσο παιδιά, είναι και μεγαλύτερα σε ηλικία, όπως είδαμε.

Την κάνει επείγουσα η ηγεμονία του ρατσιστικού λόγου, οι ακροδεξιές προκλήσεις και η πατριδοκαπηλία.

Την κάνει επείγουσα η εργασιακή ζούγκλα που επιστρέφει, το αρνητικό ρεκόρ δεκαοχταετίας που είχαμε τον Οκτώβρη στη σχέση προσλήψεων – απολύσεων, η απώλεια δεκάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας, η δραματική μείωση των θέσεων σταθερής απασχόλησης σε σχέση με τις ελαστικές.

Την κάνουν επείγουσα αυτή την συστράτευση όλα όσα βλέπουμε να συμβαίνουν γύρω μας, τα δώρα στην οικονομική ολιγαρχία, με μια σειρά μέτρων και κυρίως με το αναπτυξιακό νομοσχέδιο, όπως και η επιβολή του νεοφιλελευθερισμού ως καθεστώτος τόσο στην οικονομία, όσο και στην κοινωνία. Αυτή η αναίσχυντη προσπάθεια να εξυπηρετηθούν οι επιδιώξεις του ΣΕΒ και της οικονομικής ολιγαρχίας, η επιβολή μνημονιακών πολιτικών δίχως να υπάρχουν πια μνημόνια.

Την κάνει, τέλος, επείγουσα, και δεν θέλω να το παραλείψω από την τοποθέτηση μου, και η εφαρμογή, στη θέση της δικής μας ενεργητικής και πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, μιας άστατης και σε σύγχυση θα μπορούσα να πω, όπως έδειξε η περίπτωση με τα ΜΟΕ με την Τουρκία, μιας παθητικής και αμήχανης εξωτερικής πολιτικής. Που μπορεί να εξελιχθεί σε εξαιρετικά επικίνδυνη πολιτική για τη χώρα. Και αυτό είναι πατριωτική μας ευθύνη και υποχρέωση να το επισημάνουμε προκειμένου να αποτρέψουμε δυσάρεστες εξελίξεις.

Εμείς, η προοδευτική παράταξη ήμασταν που πάντοτε στις κρίσιμες στιγμές πήραμε με θάρρος γενναίες αποφάσεις, προτάσσοντας το συμφέρον της πατρίδας έναντι του στενού κομματικού συμφέροντος, αγνοώντας το πολιτικό κόστος.

Όπως αποδείξαμε άλλωστε και με τη Συμφωνία των Πρεσπών που ήταν μια πατριωτική συμφωνία για τον τόπο και για την περιοχή, που προώθησε την ειρήνη, τη σταθερότητα και τη φιλία.

Ο λαός δεν ξεχνά και, σε κάθε περίπτωση, ο τελευταίος που θα μπορούσε να μας εγκαλεί για υπονόμευση του εθνικού μετώπου είναι ο κ. Μητσοτάκης. Που προκειμένου να κερδίσει λίγες ψήφους δεν δίστασε να δηλητηριάσει και να διχάσει τον ελληνικό λαό, κάνοντας τα εθνικά μας θέματα αντικείμενο κεντρικής πολιτικής αντιπαράθεσης και σημαία ευκαιρίας.

Είναι λοιπόν επείγουσα για μια σειρά από λόγους η συστράτευση των προοδευτικών πολιτών και των προοδευτικών δυνάμεων.

Μα θα ρωτήσει κάποιος καλοπροαίρετος παρατηρητής: Θέλετε να έχετε εσείς το μονοπώλιο στον προοδευτικό χώρο; Σας ανήκει η δημοκρατική παράταξη; Φυσικά και δεν μας ανήκει η μεγάλη δημοκρατική και προοδευτική παράταξη. Όπως δεν ανήκει σε κανένα. Εμείς ανήκουμε σ’ αυτή!

Και όσοι ανήκουμε σ’ αυτή έχουμε χρέος να συντονίσουμε το βήμα μας για να κερδίσει η πατρίδα μας ένα καλύτερο αύριο. Έχουμε χρέος. Και δεν μπορεί να παίζουμε στα ζάρια τα ιμάτια της δημοκρατίας, στηρίζοντας τη Δεξιά του κ. Μητσοτάκη στα μεγάλα ζητήματα, την ώρα που ο λαός μας σταυρώνεται από την πολιτική της.

Συντονίζουμε, λοιπόν, το βήμα μας γιατί γνωρίζουμε ότι μαζί, και μόνο μαζί, μπορούμε να δώσουμε αποτελεσματικά και νικηφόρα τις δύσκολες μάχες που έρχονται και να κερδίσουμε τον πόλεμο απέναντι σε ισχυρούς αντιπάλους.

«Μαζί» σημαίνει να αναδείξουμε τον κοινό μας δημοκρατικό και προοδευτικό τόπο, πάνω από τις μικρές μας απόλυτες αλήθειες.

«Μαζί» σημαίνει να κάνουμε ένα βήμα πίσω στις δευτερεύουσες υπαρκτές διαφορές μας και πολλά βήματα μπροστά σε όσα μας ενώνουν.

«Μαζί», τέλος, σημαίνει, να πείσουμε κάθε δημοκράτη πολίτη, κάθε απογοητευμένο, φοβισμένο, θυμωμένο δημοκρατικό πολίτη, ότι υπάρχει ρεαλιστική προοπτική προόδου και κοινωνικής δικαιοσύνης για την πατρίδα, αν ο ίδιος, μαζί με εκατομμύρια άλλους, πάρουμε την υπόθεση αυτή στα δικά μας τα χέρια.

Με αυτά τα δεδομένα, θα συμφωνήσουμε, νομίζω όλοι, ότι, ακόμα κι αν δεν υπήρχε η δυνατότητα σήμερα ανασύνταξης και ανασυγκρότησης της Προοδευτικής παράταξης σε ένα ενιαίο πολιτικό φορέα, θα έπρεπε να βρούμε τον τρόπο αυτή τη δυνατότητα να την εφεύρουμε.

Γιατί η χώρα χρειάζεται να κοιτάξει επειγόντως προς τα εμπρός και αυτό απαιτεί έναν μεγάλο, ανοιχτό και δημοκρατικό πολιτικό φορέα, ένα μεγάλο ανοικτό πολιτικό υποκείμενο.

Μια σύγχρονη και δημοκρατική κυβερνώσα αριστερά, με εκπεφρασμένη την πολιτική βούληση να δουλέψει για τη δημιουργία μιας νέας προοδευτικής κοινωνικής και πολιτικής πλειοψηφίας, αλλά και για τη συγκρότηση ενός συνεκτικού και ρεαλιστικού προγράμματος προοδευτικής διακυβέρνησης.

Γιατί, κακά τα ψέματα, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. όλα τα προηγούμενα χρόνια κυβέρνησε στα δύσκολα. Έδωσε σκληρές μάχες και κατάφερε:

– Να υλοποιήσει με επιτυχία ένα σχέδιο σωτηρίας και τερματισμού της λεηλασίας των ασθενέστερων στρωμάτων.

– Να αποκαταστήσει εν μέρει κάποιους πυλώνες του κοινωνικού κράτους.

– Να δώσει ένα νέο και σύγχρονο περιεχόμενο στην ιδέα της δημοκρατίας και της αλληλεγγύης.

Ναι, τα καταφέραμε όλα αυτά παρά τα λάθη και τις παραλήψεις. Δεν είχαμε όμως τα περιθώρια, για λόγους που όλοι γνωρίζουμε, να υλοποιήσουμε ένα σχέδιο προοδευτικού μετασχηματισμού της οικονομίας και του κράτους. Κυβερνήσαμε το μεγαλύτερο διάστημα κάτω από τον ασφυκτικό κλοιό των δανειστών και με τεράστιες, πρωτοφανείς, δημοσιονομικές δυσκολίες. Κι αυτό, άλλοτε μας υποχρέωνε κάποιες φορές σε μέτρα με τα οποία δεν συμφωνούσαμε και, άλλοτε, μας έδενε τα χέρια για μέτρα που οφείλαμε και θέλαμε να πάρουμε υπέρ της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Να σημειώσω εδώ, για την Ιστορία, ότι κάθε φορά που δίναμε μάχη για ένα προοδευτικό μέτρο, που θα ευνοούσε τους μη προνομιούχους, δεν είχαμε απέναντι μόνο τους δανειστές και τη συντηρητική Ευρώπη. Είχαμε και τη ΝΔ του κυρίου Μητσοτάκη και κάποιους από αυτούς που σήμερα χρήζει σε κυβερνητικές θέσεις που έλεγαν «βάστα Γερούν γερά». Και αυτό δεν ήταν τυχαίο.

Σήμερα, όμως, η κατάσταση είναι διαφορετική. Η Ελλάδα έχει βγει από την κρίση, έχει απελευθερωθεί από τα μνημόνια, και γίνεται όλο και πιο φανερό ότι ο δρόμος της παλινόρθωσης του ακραίου νεοφιλελευθερισμού, της δεξιάς οπισθοδρόμησης, είναι αδιέξοδος.

Η χώρα χρειάζεται τομές και μεταρρυθμίσεις σε προοδευτική κατεύθυνση. Που θα φέρουν στο επίκεντρο την μεγάλη πλειοψηφία των δημιουργικών και παραγωγικών ανθρώπων. Των ανθρώπων του μόχθου και της δημιουργίας, αυτών που θέλουμε να εκπροσωπήσουμε. Χρειαζόμαστε λοιπόν ένα πρόγραμμα ριζοσπαστικών τομών και μεταρρυθμίσεων για να προωθήσουμε τα δικά τους συμφέροντα.

Χρειαζόμαστε: Μεγάλες δημοκρατικές τομές στη Δημόσια Διοίκηση και τη Δικαιοσύνη. Παραγωγική αναδιάρθρωση και αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου. Στροφή στην οικονομία έντασης γνώσης. Παραγωγή νέου πλούτου και δίκαιη αναδιανομή του.

Η ΝΔ έχει ένα μόνο σχέδιο για την οικονομία: Την εξυπηρέτηση μιας ολιγαρχίας που πάσχει από μια σπάνια ασθένεια: από ανίατο παρασιτισμό. Και βεβαίως το σχέδιο αυτό έχει ως στόχο και την υποταγή του κράτους στις κομματικές, συγγενικές, οικογενειακές, πελατειακές σχέσεις.

Αναρωτιέμαι πώς αλήθεια θα πιάσουμε το τρένο της 4ης βιομηχανικής επανάστασης;

Με το μοντέλο της fake αριστείας, της πελατειακής δοσοληψίας και του κράτους των ημετέρων;

Με τις επιδοτήσεις στην ολιγαρχία του ΣΕΒ και στην κρατικοδίαιτη εγχώρια αστική τάξη;

Ή με την επιμονή σε ένα παραγωγικό πρότυπο που έχει ξεπεραστεί από τα μέσα της δεκαετίας του 80, που επικεντρώνεται μονάχα στην ανάπτυξη του τουρισμού και της οικοδομής;

Συνεπώς η Αριστερά, συντρόφισσες και σύντροφοι, η προοδευτική παράταξη, καλείται επειγόντως να εκπονήσει ένα ριζοσπαστικό και, συγχρόνως, ρεαλιστικό σχέδιο προοδευτικής διακυβέρνησης για την Ελλάδα της νέας εποχής. Ένα δικό της σχέδιο. Και ταυτόχρονα να δημιουργήσει τους όρους μιας νέας κοινωνικής και πολιτικής πλειοψηφίας, που θα δώσει στο σχέδιο αυτό τη δυναμική πολιτικού προγράμματος και θα στηρίξει την εφαρμογή του.

Αυτό όμως απαιτεί πριν από όλα γερό πολιτικό υποκείμενο. Ριζωμένο βαθιά μέσα στην κοινωνία, με ισχυρούς δεσμούς μέσα στην κοινωνία. Για αυτό είναι επείγον σήμερα -δεν το κάνουμε γιατί μας έπιασε μια ανάγκη να ομφαλοσκοπήσουμε, ούτε γιατί θέλουμε να μπούμε σε μια διαδικασία εσωστρέφειας- αλλά είναι επείγον να ανοίξουμε τη συζήτηση για το κόμμα της εποχής μας.

Αυτό είναι για μένα, όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι σήμερα, το νέο μεγάλο πολιτικό στοίχημα που έχουμε μπροστά μας. Είναι αναγκαίο να ενώσουμε τις δυνάμεις μας για να πέσει η Δεξιά, αλλά ακόμα πιο αναγκαίο να προετοιμαστούμε πιο πριν με ένα κόμμα δυνατό και με ένα σχέδιο ώστε, όχι μόνο να πέσει η Δεξιά, αλλά η χώρα να κυβερνηθεί για πολλά χρόνια σε μια πορεία κοινωνικής δικαιοσύνης και προκοπής. Ένα μεγάλο στοίχημα για το οποίο αξίζει τον κόπο να δώσουμε τις δυνάμεις μας. Και σας καλώ το στοίχημα αυτό να το παλέψουμε μαζί και να το κερδίσουμε.

Να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις ώστε ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και η Προοδευτική Συμμαχία να μετασχηματιστούν σε ένα σύγχρονο, συμμετοχικό και δημοκρατικό κόμμα της κυβερνώσας Αριστεράς. Της Αριστεράς της εποχής μας.

Ένα κόμμα που δεν μπορεί να μένει στο επίπεδο των διακηρύξεων, της διαμαρτυρίας, της αντιπολίτευσης, αλλά πρέπει να είναι σε θέση να εφαρμόσει το πρόγραμμά του από θέση κυβερνητικής ευθύνης. Αυτή κατά τη γνώμη μου είναι και πρέπει να είναι η Αριστερά της εποχής μας.

Ένα κόμμα που στόχο θα έχει να εμπνεύσει μια νέα σχέση του πολίτη με την πολιτική.

Ένα κόμμα ανοιχτό και δημοκρατικό. Όπου η διαφωνία θα είναι πλούτος και η δημοκρατία στη λήψη των αποφάσεων αναντίρρητη αρχή.

Ένα κόμμα συλλογικό, όπου οι ηγέτες του δεν θα επιβάλλονται με τη δύναμη των μηχανισμών, αλλά με την ικανότητά τους να εμπνέουν και να πείθουν την πλειοψηφία.

Ένα κόμμα πολυσυλλεκτικό, όπου οι διαφορετικές απόψεις θα εκφράζονται ανοικτά όχι όμως μέσα από μηχανισμούς αναπαραγωγής της εσωκομματικής εξουσίας, αλλά ως ρεύματα ιδεών, που δεν θα μένουν στάσιμα και δεν θα παγιώνουν σχέσεις διανομής θέσεων και αξιωμάτων. Και υπό αυτή την έννοια οι τάσεις, τα ρεύματα ιδεών, στο νέο κόμμα, δεν μπορεί να συγκροτούνται στη βάση της πολιτικής καταγωγής, αλλά στη βάση της πολιτικής και προγραμματικής πρότασης.

Συντρόφισσες και σύντροφοι

Πιστεύω βαθιά ότι το εγχείρημά μας, αποτελεί ήδη αντικείμενο μελέτης και συζήτησης όχι μόνο εδώ, αλλά σε όλη την Ευρώπη. Για αυτό και έχουμε έναν λόγο παραπάνω να πετύχουμε.

Να ανιχνεύσουμε τα χαρακτηριστικά μιας σύγχρονης Αριστεράς και τη διαλεκτική της σχέση με την εποχή μας.

Μιας Αριστεράς της νέας εποχής που, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη, δεν μπορεί να είναι μια αντιγραφή των σχημάτων του χθες.

Ας κρατήσουμε, λοιπόν, στις αποσκευές μας τα θετικά, τις αξίες και τα οράματα που μας ενέπνευσαν. Αλλά ας αφήσουμε πίσω μας δογματισμούς, στερεότυπα, φθαρμένες αντιλήψεις και «αιώνιες» αρχές που το κίνημα έχει πληρώσει ακριβά. Και η Αριστερά της εποχής μας οφείλει, κατά τη γνώμη μου, να είναι πιο ανοιχτόμυαλη, πιο παρεμβατική, πιο ξεκάθαρα ευρωπαϊκή σε σχέση με τη σημερινή Ευρωπαϊκή Αριστερά. Και ταυτόχρονα, όμως, να είναι πιο ριζοσπαστική, πιο μαχητική, πιο ξεκάθαρα ταξικά προσανατολισμένη σε σχέση με τη σημερινή Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία.

Οφείλει τέλος να είναι κόκκινη αλλά ταυτόχρονα και πράσινη. Γιατί η κλιματική αλλαγή μας βάζει μπροστά σε ένα νέο καθήκον για λογαριασμό των επόμενων γενιών. Να μην αφήσουμε τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό να καταστρέψει τους φυσικούς πόρους του πλανήτη. Να τον υπερβούμε προτού αυτός υπερβεί το μέλλον και τη ζωή στον πλανήτη μας. Αυτό είναι το νέο καθήκον μας.

Με αυτές τις σκέψεις και με αυτή την αναδρομή, που ιχνηλατούν μια πορεία προς το μέλλον δύσκολη αλλά και συναρπαστική, δημιουργική, θέλω να σας αποχαιρετήσω και να σας ευχαριστήσω που μου δώσατε την ευκαιρία να ανταμώσουμε απόψε. Να ενώσουμε τις δυνάμεις μας, να ενώσουμε τη φωνή μας, την έγνοια μας για τον τόπο, να προχωρήσει μπροστά η δημοκρατική παράταξη του τόπου μας.

Η σημερινή εκδήλωση αποτελεί ένα ακόμα ξεκάθαρο μήνυμα, ένα ακόμα κρίκο στην αλυσίδα των πολιτικών γεγονότων και των συσχετισμών που διαμορφώνονται το τελευταίο διάστημα στη χώρα. Αποτυπώνει την ανάγκη να κάνουμε αυτή την ορμή, δημιουργική προσπάθεια για να επικρατήσουν οι δυνάμεις της προόδου στον τόπο, απέναντι σε μια ακραία νεοσυντηρητική δεξιά που έχει μεταμφιεστεί σε δήθεν επιστροφή στην κανονικότητα.

Οι μάχες που έρχονται μπροστά μας θα είναι καθοριστικές. Καθοριστικές για την Αριστερά στην Ελλάδα και στην Ευρώπη.

Για αυτό τον σκοπό φτάσαμε σήμερα εδώ. Για αυτό τον λόγο, φεύγοντας σήμερα από εδώ, θα είμαστε ακόμη πιο δυνατοί και αποφασισμένοι. Θα το κερδίσουμε το στοίχημα του μετασχηματισμού της ανασυγκρότησης, της διαμόρφωσης μιας νέας κοινωνικής, πολιτικής, προοδευτικής πλειοψηφίας για τον τόπο. Και θα έρθει σίγουρα μια νέα μεγάλη αλλαγή, πολύ πιο σύντομα απ όσο κανείς μπορεί να πιστεύει σήμερα. Με αριστερή αυτοπεποίθηση.

Με αριστερό και προοδευτικό πρόγραμμα. Με δημοκρατική ευθύνη. Σας ευχαριστώ.