Μία αυτοσχέδια μπάλα, δύο τρία άτομα που αρχίζουν τυχαία να την κλωτσούν, σιγά σιγά μαζεύονται κι άλλοι και τελικά η όλη σκηνή καταλήγει σε έναν παθιασμένο αγώνα ποδοσφαίρου.

Κι όμως, το ποδόσφαιρο μπορεί να γίνει πράξη αντίστασης, μέσο ανθρώπινης επικοινωνίας και προσωποποίηση της επιμονής και της αντοχής του ανθρώπου σε κάθε είδους βασανιστήρια και κακουχίες. Η απόδειξη γι’ αυτό είναι όσα συνέβησαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της ναζιστικής Γερμανίας κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τα οποία ήρθαν στο φως αρκετά χρόνια μετά την πτώση του Χίτλερ και μέχρι και σήμερα αποτελούν τις λιγότερο γνωστές ιστορίες του Ολοκαυτώματος.

Μία αυτοσχέδια μπάλα, δύο τρία άτομα που αρχίζουν τυχαία να την κλωτσούν, σιγά σιγά μαζεύονται κι άλλοι και τελικά η όλη σκηνή καταλήγει σε έναν παθιασμένο αγώνα ποδοσφαίρου. Κάπως έτσι είναι συνήθως η ιστορία πίσω από έναν αγώνα στην αλάνα της γειτονιάς και ακριβώς έτσι τελικά το ποδόσφαιρο γίνεται τρόπος διαφυγής από κάθε σκληρή πραγματικότητα, αφού για 90΄ τόσο οι παίχτες, όσο και το φίλαθλο κοινό δεν σκέφτονται τίποτα πέρα από το ματς και αφήνουν πίσω κάθε τι που τους βασανίζει.

Με τον ίδιο περίπου τρόπο ξεκίνησε η ενασχόληση με το ποδόσφαιρο και μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Ναζιστική Γερμανία μεταξύ των αιχμαλώτων και κατέληξε ακόμα και στη δημιουργία πρωταθλήματος σε κάποια από αυτά, όπως η περίφημη Λιγκα Τερεζίν, στο στρατόπεδο Τερεζίενσταντ στην Τσεχία. Μεταξύ των κρατουμένων άλλωστε βρέθηκαν και αρκετοί επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, οι οποίοι οδηγήθηκαν στα στρατόπεδα του θανάτου όπως και χιλιάδες άλλοι μετά την «εκκαθάριση» που επέβαλε το καθεστώς σε όλα τα σωματεία. Όλοι οι Εβραίοι αθλητές αποπέμφθηκαν από τις ομάδες τους και ανεξάρτητα από το μέγεθος του ονόματός τους (πολλοί από αυτούς ήταν διάσημοι, εξαιρετικοί ποδοσφαιριστές και λαοφιλείς) κατέληξαν αιχμάλωτοι των Ναζί από τη μία μέρα στην άλλη. Όπως όλοι όσοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι των Ναζί, αυτοί οι φυλακισμένοι άνθρωποι ζούσαν σε συνθήκες αποπροσανατολισμού και αβεβαιότητας, αλλά αναζητούσαν ευκαιρίες μακροημέρευσης μέσα στο σκοτάδι.

Μέσα στον μικρόκοσμο λοιπόν, που αναπτύχθηκε σε κάθε στρατόπεδο συγκέντρωσης, οι ποδοσφαιρικοί αγώνες έλαβαν τεράστιες στο μυαλό και στα μάτια των φυλακισμένων, αφού για 90΄ όλοι, κοινό και συμμετέχοντες, δραπέτευαν από την φριχτή πραγματικότητα και τα βασανιστήρια, ξεχνώντας για λίγο την απειλή και την οσμή του θανάτου που τους τύλιγε και παθιάζονταν με τον βασιλιά των σπορ. Κρατούμενοι και δυνάστες, βρίσκονταν δίπλα δίπλα στις κερκίδες ή ακόμα και αντιμέτωποι στον αγωνιστικό χώρο. Ωστόσο οι αγώνες αυτοί για τους έγκλειστους συμβόλιζαν και κάτι πολύ περισσότερο: την ανυπακοή, την αντίσταση και την εξέγερση, απέναντι στα πιο δυσώδη πολιτικά ιδεολογήματα της ανθρώπινης ιστορίας.

Μαρτυρίες από τους ελάχιστους που κατάφεραν να επιζήσουν και να διηγηθούν τις ιστορίες τους, αναφέρουν ισχνά, σκελετωμένα κορμιά να παθιάζονται και να μαζεύουν τις δυνάμεις τους προκειμένου να καταφέρουν να «βγάλουν» ένα ολόκληρο 90λεπτο. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των κρατουμένων, προκειμένου να συμπεριληφθούν σε μία ποδοσφαιρική ομάδα, ήταν τεράστιος, αφού οι ποδοσφαιριστές έχαιραν μίας σχετικά πιο προνομιούχας μεταχείρισης, καθώς τους δινόταν διπλή μερίδα φαγητού (προκειμένου να έχουν αντοχές για τον αγώνα), ενώ οι ίδιοι οι κατακτητές -που σημειωτέον διασκέδαζαν κι εκείνοι κατά τη διάρκεια ενός τέτοιου ματς- προμήθευαν τις ομάδες με στολές και παπούτσια. Στην τραγική πραγματικότητα ενός κολαστηρίου, ένα επιπλέον ξεροκόμματο ψωμί και ένα σκισμένο ζευγάρι παπούτσι ήταν απίστευτα προνόμια.

Με τη συμμετοχή τους σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα, οι αιχμάλωτοι κέρδιζαν για λίγο τη χαμένη αξιοπρέπειά τους και αντιστέκονταν με τον δικό τους τρόπο στον κατακτητή. Σύμφωνα με τον Μάρτιν Γκίμπερτ, ιστορικό του 20ου αιώνα «Όσοι αντιστάθηκαν στον εξανδραποδισμό, όσοι είπαν όχι στην βάναυση επιβολή της βίας, όσοι αρνήθηκαν να υποβιβαστούν στο επίπεδο του ζώου, όσοι άντεξαν την τυραννία όσοι έζησαν περισσότερο από τους βασανιστές τους, αυτοί όλοι αποτέλεσαν πυλώνες αντίστασης. Ακόμα και εκείνοι που κατέθεσαν μαρτυρίες για τη φρίκη που έζησαν, πέτυχαν μία ηθική νίκη. Και μόνη η επιβίωση ήταν ένας θρίαμβος του ανθρώπινου πνεύματος».

Επιμέλεια: Χριστιάνα Ανδρινοπούλου – sport-fm.gr