Η επιστολή μιας 38χρονης μητέρα τεσσάρων παιδιών κάνει συγκλονιστική περιγραφή για τα όσα βίωσε στο κρεβάτι του πόνου στο νοσοκομείο του Μπέργκαμο.

Συγκλονίζει η επιστολή μιας 38χρονης γυναίκας, χήρας με τέσσερα παιδιά από την περιοχή του Κοντόνιο κοντά στο Μπέργκαμο που νόσησε από τον κορονοϊό και κατάφερε ως από θαύμα να γλιτώσει. «Πριν λίγες εβδομάδες άκουσα πως ο κορονοϊός χτύπησε την Κίνα και πως οι άνθρωποι πεθαίνουν. Είναι μακριά από μένα και τα παιδιά μου εδώ στο ήσυχο Κοντόνιο», σκέφτηκε αρχικά η 38χρονη και συνεχίζει:

«Μόλις έμαθα πως η αρρώστια ήρθε στο Αλτσάνο Λομπάρντο και στο Μπέργκαμο κλείστηκα στο σπίτι μου. Στις 26 Φεβρουαρίου ξύπνησα με πυρετό. Είχα να αρρωστήσω τέσσερα χρόνια. Είμαι άφωνη, δεν αισθάνομαι τις γεύσεις και τις μυρωδιές, τα μάτια μου καίγονται, έχω έναν φρικτό πονοκέφαλο και αισθάνομαι απούσα από την πραγματικότητα. Είχα πυρετό για δύο εβδομάδες, αλλά ο γιατρός λέει ότι η παρουσία οξυγόνου στο αίμα μου είναι καλή και ο ίδιος συνταγογραφεί αντιβιοτικό. Είναι 3 Μαρτίου, δεν μπορώ να αναπνεύσω σωστά».

«Κανείς δε μας φρόντισε»

Η 38χρονη περιγράφει την πρώτη εισαγωγή της στο νοσοκομείου του Μπέργκαμο: «Καλώ τον αριθμό έκτακτης ανάγκης 112. Με μεταφέρουν στο Ponte San Pietro. Αρχίζει ο πρώτος γύρος κόλασης. Όλη τη νύχτα βρισκόμουν σε ένα φορείο, στο κρύο, παρκαρισμένο σε ένα διάδρομο ανάμεσα σε άρρωστους ανθρώπους σαν κι εμένα. Ολοι έβηχαν. Φώναζαν από φόβο και παράπονο για την εγκατάλειψη. Κανείς δε μας φρόντισε. Κανείς δε μας ρώτησε αν διψούσαμε ή αν έπρεπε να πάμε στην τουαλέτα. Το προσωπικό δεν ήταν  εκπαιδευμένο. Δεν περίμεναν τόσο μεγάλη εισροή ανθρώπων. Έδειχναν πως ήταν σαστισμένοι και να μη καταλαβαίνουν τι συμβαίνει. Μετά από 5 μέρες μου λένε πως έχω βροχίτιδα. Γυρίζω στο σπίτι μου.

«Η δεύτερη εισαγωγή μου»

«Μετά από μερικές ημέρες ο πυρετός ανεβαίνει στο 39,7. Ο γιατρός λέει να περιμένω το αντιβιοτικό να τεθεί σε ισχύ, αλλά κάθε φορά που βήχω νιώθω πως θα ξεριζωθεί ο πνεύμονας μου. Ένας φίλος που επισκέπτεται, πολύ ανήσυχος, καλεί το 112. Φοβάμαι πολύ. Δεν θέλω να επιστρέψω στο νοσοκομείο αλλά δεν αναπνέω, κάνω εμετό και κλαίω. Μπαίνω στην αίθουσα έκτακτης ανάγκης του νοσοκομείου στο Μπέργκαμο. Είναι εξαιρετική. Εδώ, νομίζω ότι θα με θεραπεύσουν. Σε χρόνο μηδέν μου έκαναν εξετάσεις οξυγόνου, αναρροφήσεις, ανάλυσης ούρων, αέρια αίματος και ακτίνες Χ. Είμαι ο αριθμός 425. Στο χάος των γιατρών και των νοσοκόμων, ο γιατρός με πλησιάζει και μου λέει: “Έχετε κορωνοϊο”».

«Ήμουν σίγουρη πως θα πεθάνω»

Για την αντίδραση της μόλις έμαθε πως έχει προσβληθεί από τον κορονοϊό είπε: «Ξέσπασα σε κλάματα. Ήμουν σίγουρη πως θα πεθάνω. Λέω στον γιατρό κλαίγοντας “έχω τρία μικρά παιδιά που έχασαν τον πατέρα τους, σώσε με σε παρακαλώ”. Είναι 8 Μαρτίου και νοσηλεύομαι στην πνευμονολογική κλινική. Έχω μάσκα οξυγόνου αλλά η παροχή αέρα που μου δίνει δεν είναι αρκετή. Μου βάζουν μηχανική υποστήριξη στο CPAP και με κράνος τύπου “Minions”. Μου λένε ότι έχω στους πνεύμονες κυψελίδες γεμάτες με νερό και αυτή είναι η μόνη λύση που μπορεί να με σώσει για τώρα. Ο πόνος αγκαλιάζει το λαιμό μου, αισθάνομαι πως κάποιος με στραγγαλίζει».

«Θάβομαι ζωντανή»

Οι μαύρες σκέψεις συνεχίζονται: «Αγχώνομαι και κάνω τα πράγματα χειρότερα. Το άγχος με κάνει να σκέφτομαι πως θάβομαι ζωντανή.  Μου δίνουν Lexotan για να με χαλαρώσουν. Μέσα στο κράνος που αναπνέω το συναίσθημα είναι τρελό. Ένας συνεχής θόρυβος, ένας ανεμιστήρας στα αυτιά που εισάγει οξυγόνο από τα δεξιά και εκλύει διοξείδιο του άνθρακα προς τα αριστερά. Δεν καταλαβαίνω τι μου λένε. Δε μπορώ να διαβάσω τα χείλη των γιατρών. Υπάρχει θόρυβος και είναι όλοι με μάσκες. Δεν ακούω τίποτα δεν θέλω να βλέπω τίποτα, τηλεόραση, τηλεφωνικές κλήσεις μου είναι άχρηστα και μακρινά. Είμαι μόνη με τον εαυτό μου, τους φόβους μου και τις σκέψεις μου».

«Δεν θα κάνω συμφωνία με τον Χάρο»

Η 38χρονη έχει φτάσει ένα βήμα πριν το θάνατο και συνεχίζει την περιγραφή που σφίγγει το στομάχι: «Η νοσηλεία συνεχίζεται, οι στιγμές μοιάζουν αιωνιότητα. Οι σύριγγες για την εξέταση της αρτηριακής ατμόσφαιρας είναι γρήγορες αλλά επώδυνες. Η ηπαρίνη στο στομάχι, η συνεχής δειγματοληψία αίματος και η βελόνα του IV που συνεχίζουν να με τρυπάνε. Εγώ υπομένω τα πάντα. Μείνε δυνατή, σκέφτομαι. Πρέπει να ζήσεις για τα παιδιά είναι το μόνο που σκέφτομαι. Η σκέψη των παιδιών μου δίνει δύναμη. Έχω χάσει τις αισθήσεις μου για τρεις μέρες. Ακούω που και που νέα για θανάτους μεταξύ συγγενών, φίλων, γειτόνων. Το μόνο καλό νέο είναι πως ο ιός είναι πιο γενναιώδορος με τις γυναίκες. Από εκεί παίρνω κουράγιο. Προσεύχομαι στο Θεό. Φοβάμαι αλλά πάλι σκέφτομαι τα παιδιά. Με τις ώρες νικούσα. Ο αναπνευστήρας μου νικάει. Το οξυγόνο του μου αρκεί. Χαμογελούν οι γιατροί, χαμογελώ κι εγώ. Δεν θα κάνω συμφωνία με τον Χάρο».

ethnos.gr