ελιες

 

Οι παθογένειες στον πρωτογενή τομέα της οικονομίας, που πρέπει κάποια στιγμή σοβαρά να μας απασχολήσουν, είναι πάρα πολλές. Η χύμα διακίνηση προϊόντων αποτελεί ίσως μια απ’ τις σημαντικότερες. Και όχι τυχαία. Αντιθέτως, καταδεικνύει την «χύμα» αγροτική πολιτική που έχει εφαρμοστεί στη χώρα μας τις τελευταίες, αρκετές δεκαετίες. Και το λέω αυτό διότι το φαινόμενο είναι γνωστό σε όλους. Και το μέγεθος των επιπτώσεών του στην εθνική οικονομία επίσης. Σε γενικές γραμμές θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι αν κάνουμε τον απολογισμό της αγροτικής πολιτικής που εφαρμόστηκε τα τελευταία είκοσι χρόνια, χωρίς να θέλουμε να είμαστε ισοπεδωτικοί στις εκτιμήσεις, θα καταλήξουμε σε συμπεράσματα όλως απογοητευτικά. Διότι αν εξαιρέσουμε αυτά που μόνοι μας οι αγρότες, με τους συνεταιρισμούς, την ιδιωτική πρωτοβουλία και τις δικές μας δυνάμεις, χωρίς κρατική υποστήριξη, μπορέσαμε να δημιουργήσουμε, δεν θα εντοπίσουμε τη θετική παρέμβαση του κράτους όσο κι αν ψάξουμε. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, εξάλλου, το γεγονός ότι ενώ παράγουμε, υστερούμε στον τομέα των εξαγωγών. Όλοι συμφωνούμε ότι η συσκευασία και μεταποίηση, η πιστοποίηση και η ετικέτα είναι το διαβατήριο, αλλά δεν έχει εμπεδωθεί στη χώρα μας η κουλτούρα της προστιθέμενης αξίας, η οποία και αποκτάται με την μετά την παραγωγή επεξεργασία των προϊόντων μας. Και για να γίνω πιο κατανοητός, εμείς, κατά κανόνα, παράγουμε ακτινίδιο και πουλάμε ακτινίδιο, παράγουμε πατάτες και πουλάμε πατάτες, παράγουμε αχλάδια και πουλάμε αχλάδια. Έτσι, η τιμή παραγωγού παραμένει καθηλωμένη, την ώρα που σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες το όποιο προϊόν μεταποιούμενο αποκτά διαφορετικές εκδοχές και μεγάλη προστιθέμενη αξία. Ένα φρούτο, για παράδειγμα, εκτός από τέτοιο, θα πουληθεί ως χυμός, ως γλυκό, ως λικέρ, ως μαρμελάδα, ως βιταμίνη, ως πολτός και ενδεχομένως τα υποπροϊόντα του ως καύσιμη ύλη, ως ζωοτροφή, ως συμπλήρωμα διατροφής κτλ. Με τον τρόπο αυτό και η τιμή παραγωγού είναι πολλαπλάσια και νέες θέσεις εργασίας δημιουργούνται και γενικά το (αγροτικό) ΑΕΠ κάθε κράτους που λειτουργεί με τέτοιον τρόπο αυξάνεται εντυπωσιακά. Στη δική μας περίπτωση θα μπορούσε να υπάρξει αύξηση του αγροτικού ΑΕΠ της χώρας ίσως και έως 50-60%. Επομένως, πρέπει να δώσουμε υπεραξία στα προϊόντα μας, να υπερασπιστούμε τον εθνικό μας πλούτο και να μην απαξιώνουμε οι ίδιοι τον θησαυρό που έχουμε στα χέρια μας. Θεωρώ, ωστόσο, ότι πρέπει να εστιάσουμε στο δάσος και όχι στα δέντρα. Να δούμε, δηλαδή, τη μεγάλη εικόνα. Να σχεδιάσουμε πολιτικές για το σύνολο. Οι παραγωγοί έχουμε αποδείξει ότι και μπορούμε και θέλουμε να ενώσουμε δυνάμεις και να συνεταιριστούμε. Να οργανωθούμε σε ισχυρές Ομάδες και να επενδύσουμε. Εδώ, όμως, έρχεται ο ρόλος του κράτους. Το οποίο, στην πραγματικότητα, δεν χρειάζεται να κάνει τίποτε περισσότερο απ’ το να πιστέψει στη δύναμη του πρωτογενούς τομέα …και να εφαρμόσει τους νόμους που το ίδιο έχει θεσπίσει. Να κάνει ελέγχους, να σοβαρευτεί, να υλοποιήσει τις αποφάσεις του. Γνωρίζετε τι διαδικασίες χρειάζονται για να εγκριθεί μια επένδυση; Κι αν ακόμη εγκριθεί, ύστερα από ένα απίστευτο μαραθώνιο σε κρατικές υπηρεσίες, γνωρίζετε από ποια μέγγενη πρέπει να περάσει η όποια επένδυση, μέχρι να εκταμιευτεί ένα μικρό έστω ποσοστό της εγκεκριμένης πίστωσης; Ξέρετε ότι ξεκινά μια επένδυση σήμερα και μετά από δέκα χρόνια το κράτος εξακολουθεί να σου βάζει εμπόδια και τρικλοποδιές; Αμέτρητα παραδείγματα μπορώ να ανακαλέσω στη μνήμη μου…. Το ερώτημα, λοιπόν, που πρέπει να απαντηθεί, είναι συγκεκριμένο: Θέλουμε ή όχι τέτοιες επενδύσεις στη χώρα μας; Κι αν ναι, υπό ποιο φορολογικό καθεστώς στη συνέχεια; Διότι, …πρέπει προηγουμένως να απαντηθεί και το ερώτημα του εάν, με τα ισχύοντα και πολύ περισσότερο με τα επερχόμενα, συμφέρει τον παραγωγό να μπει σε τέτοια ταλαιπωρία και τόσα έξοδα προκειμένου να τυποποιήσει το προϊόν του. Με το νέο φορολογικό-ασφαλιστικό, υπάρχει κανείς που να πιστεύει ότι το χύμα και το παραεμπόριο δεν θα ανθίσει έτι περεταίρω; Ποιος θα κόψει τιμολόγια, ποιος θα δεχθεί να δουλεύει για να φτάνει στο τέλος, όχι να έχει μικρό έστω κέρδος, αλλά να είναι και χρεωμένος; Κι ύστερα: Αν κάποιος μπει στη διαδικασία να επενδύσει, που θα το διαθέσει το προϊόν του; Πως θα ανταγωνιστεί το ανάλογο, εξίσου πιστοποιημένο και καλά τυποποιημένο, προϊόν μιας οποιασδήποτε ευρωπαϊκής χώρας (δεν μιλάω καθόλου για την Τουρκία ή άλλες «τρίτες χώρες»), όπου, απλά, ισχύουν εντελώς διαφορετικά πράγματα. Και ως προς τη φορολογία και σε ότι έχει να κάνει με όλα όσα προηγούνται και όσα έπονται της τυποποίησης; Μην παραβλέπουμε και το τεράστιο θέμα του αθέμιτου ανταγωνισμού. Το κόστος για κάποιον που θέλει να προσφέρει ένα πιστοποιημένο, επώνυμο προϊόν, σύμφωνο με τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές, είναι τεράστιο. Τι κάνει το κράτος για όσους δεν τηρούν τις προδιαγραφές; Ποιοι έλεγχοι υπάρχουν, όταν ακόμη και ο πιο αυστηρός νόμος έχει αμέτρητα «παραθυράκια» και εξαιρέσεις; Και, εν τέλει, πως ο πρώτος θα ανταγωνιστεί τον δεύτερο… και γιατί να μπει σε όλη αυτή τη διαδικασία, όταν γνωρίζει ότι είναι ίσως πιο αποδοτικό να είσαι «χύμα»; Κατά συνέπεια, εάν δεν θέλουμε να κυνηγάμε μάγισσες και να πολεμάμε ανεμόμυλους, θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τις χίμαιρες που το ίδιο το κράτος έχει εξαπολύσει, στέλνοντάς μας βορά στην αυτοκαταστροφική του παράνοια. Οι παραγωγοί της χώρας θέλουμε ασφαλή προϊόντα για τους καταναλωτές, επώνυμα, πιστοποιημένα, με ιχνηλασιμότητα, ώστε να ξέρει ο τελικός αποδέκτης ποιος παρήγαγε αυτό που αγοράζει, που, πότε και με ποιες καλλιεργητικές μεθόδους. Είναι η σειρά του κράτους να απαντήσει αν πράγματι το θέλει κι αυτό. Και να το κάνει με πράξεις, όχι με θεωρίες και εκθέσεις ιδεών.

Φ.Μπ.

http://www.e-ea.gr/