Σχεδόν ένα στα δύο ξενοδοχεία στην Ελλάδα κατατάσσεται στην κατηγορία των επιχειρήσεων- «αστεριών», ήτοι στην κατηγορία των διεθνώς αντατωνιστικών ξενοδοχείων, τα οποία όμως συγκεντρώνονται στους κύριους προορισμούς.

Σε ένα δείγμα 1.258 ξενοδοχεία με ετήσια έσοδα άνω του 1 εκaτ. ευρώ, τα οποία αντιπροσωπεύουν κυρίως κατηγορίες 4 και 5 αστέρων, ποσοστό 45% η 549 μονάδες είναι «αστέρια» (stars) που παράγουν το 56% της κερδοφορίας, ενώ απασχολούν σχεδόν το 30% των εργαζομένων του δείγματος. Στην κατηγορία των «ζόμπι», στις εταιρείες δηλαδή με χαμηλά έσοδα αρνητική ή μηδενική κερδοφορία και μη βιώσιμο χρέος κατατάσσεται ποσοστό 22% ή αλλιώς 290 μονάδες, ενώ οι υπόλοιπες 419 είναι στην κατηγορία της γκρίζας ζώνης, δηλαδή εταιρειών που υστερούν σε σχέση με τα stars σε ένα ή δύο από τα κριτήρια ανταγωνιστικότητας.

Τα στοιχεία προκύπτουν από την έρευνα που πραγματοποίησε η PricewaterhouseCoopers για την επόμενη μέρα του ελληνικού τουρισμού, με τον εντεταλμένο σύμβουλο της εταιρείας κ. Κώστα Μητρόπουλο να χαρακτηρίζει, κατά τη διάρκεια της παρουσίασης της μελέτης, ως «εντυπωσιακό» το μερίδιο των υγιών και πλέον ανταγωνιστικών μονάδων, παρά τη συγκέντρωση σε συγκεκριμένες περιοχές. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη μελέτη της PwC, τα ξενοδοχεία στο Ιόνιο, το Νότιο Αιγαίο και την Κρήτη είναι τα πιο ανταγωνιστικά, με τα ποσοστά των υγιών μονάδων να ξεπερνούν σε αυτές τις περιπτώσεις το 50%, φθάνοντας ακόμη και το 57% για το Ιόνιο, ενώ η Κεντρική Ελλάδα και η Δυτική Μακεδονία δε διαθέτουν ξενοδοχεία στην πρώτη κατηγορία των πιο ανταγωνιστικών μονάδων και στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη το ποσοστό αυτής της κατηγορίας είναι μόλις στο 8%, προς επίρρωση της μεγάλης «ψαλίδας» που χωρίζει τους κύριους και τους δευτερεύοντες προορισμούς.

Η τυπική ξενοδοχειακή εταιρεία τείνει να είναι μικρή, με ετήσια έσοδα μεταξύ 2 και 6 εκατ. ευρώ, ανεξάρτητα από το πόσο ανταγωνιστική είναι. Η τυπική επιχείρηση «star» τείνει να είναι μικρή με ετήσια έσοδα μεταξύ 3,5 εκaτ. ευρώ και 5 εκατ. ευρώ, απολαμβάνοντας σταθερά υψηλή ανάπτυξη και καλές αποδόσεις κεφαλαίου. Τα ξενοδοχεία κατηγορίας 4 και 3 αστέρων αποτελούν τα πιο ανταγωνιστικά, ενώ η συγκέντρωση ξενοδοχείων «ζόμπι» αυξάνεται με την κατηγορία, με αποτέλεσμα οι μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες να έχουν περισσότερες μη βιώσιμες μονάδες.

xartisΗ μελέτη αναφέρει ότι πάνω από 400 ξενοδοχεία με μη βιώσιμο δανεισμό, πρέπει πρώτα να αναδιαρθρώσουν ή να αναχρηματοδοτήσουν το χρέος τους πριν προσελκύσουν νέες επενδύσεις. Ειδικότερα, θα πρέπει να γίνει διαγραφή χρέους μέχρι ύψους 490 εκατ. ευρώ για να απελευθερωθούν περιουσιακά στοιχεία (περίπου 18,6 χιλ. κλίνες), κυρίως από ξενοδοχεία «ζομπι», ενώ η αναδιάρθρωση / αναχρηματοδότηση αφορά 2,1 δισ. ευρώ για την αποκατάσταση λειτουργικής κερδοφορίας (περίπου 108,3 χιλ. κλίνες) σε εταιρείες με μη βιώσιμο δανεισμό αλλά με δυνατότητα αποκατάστασης της βιωσιμότητας.

Συνολικά, οι ανάγκες για νέες επενδύσεις των ελληνικών ξενοδοχείων για τα επόμενα πέντε χρόνια ανέρχονται σε 6,2 δισ. ευρώ και η χρηματοοικονομική αναδιάρθρωση μπορεί να απαιτήσει τη διαγραφή έως και 2,6 δισ. ευρώ.

Η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ

Στη δομική ανάλυση του ελληνικού ξενοδοχειακού κλάδου επικεντρώνεται και η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ, του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων που παρουσιάστηκε επίσης χθές από τον κ. Άρη Ίκκο, επιστημονικό διευθυντή του Ινστιτούτου. Όπως επιβεβαιώνεται, το οικονομικό αποτέλεσμα από τη λειτουργία της ξενοδοχειακής επιχείρησης, εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από την ανάπτυξη του εκάστοτε προορισμού ενώ η ζήτηση ενισχύεται με τη δημιουργία τουριστικών προϊόντων που προσφέρουν ταξιδιωτικές εμπειρίες.

Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ, ο ξενοδοχειακός κλάδος αναδεικνύεται ως μία σημαντική δραστηριότητα της ελληνικής οικονομίας, καθώς με κύκλο εργασιών 5,7 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση συνεισφέρει 3,5% στο ΑΕΠ.

Το βασικό προϊόν που εξακολουθεί και στηρίζει την τουριστική δραστηριότητα και αποφέρει θετικά οικονομικά αποτελέσματα, είναι το «Ήλιος – Θάλασσα» και ακολουθεί το city break, παρά τον ισχυρό διεθνή ανταγωνισμό. Παράλληλα, περίπου το 85% του τουριστικού προϊόντος, συγκεντρώνεται στους δημοφιλείς και παραδοσιακούς προορισμούς, σε 5 Περιφέρειες (Ν. Αιγαίου, Κρήτη, Κ. Μακεδονία, Ιόνιο, Αττική). Στις υπόλοιπες Περιφέρειες, η δραστηριότητα του κλάδου (σε όρους κύκλου εργασιών σε σχέση με τα απασχολούμενα κεφάλαια) είναι πολύ χαμηλή και αντίστοιχα πολύ χαμηλή είναι η κερδοφορία του σε επίπεδο Κερδών προ Φόρων, Τόκων και Αποσβέσεων ή αρνητική σε επίπεδο Κερδών προ Φόρων. Παρατηρείται επίσης, μέσα στην τελευταία 5ετία, μια αύξηση επενδύσεων σε 5άστερα ξενοδοχεία και αντίστοιχα μείωση σε μονάδες 3-4 αστέρων.

Σύμφωνα με το ΙΝΣΕΤΕ, ενδεικτικό της επενδυτικής δραστηριότητας του κλάδου κατά τη διάρκεια της κρίσης, είναι ότι η δυναμικότητα των ξενοδοχείων αυξήθηκε από 397.660 δωμάτια το 2010 σε 414.127 δωμάτια το 2017. Για το ίδιο διάστημα, καταγράφεται αναδιάρθρωση του προϊόντος προς υψηλότερες κατηγορίες και κυρίως ξενοδοχεία 5 αστέρων. Ειδικότερα, η δυναμικότητα στα ξενοδοχεία 5 αστέρων αυξήθηκε από 51.100 δωμάτια το 2010 σε 74.884 δωμάτια το 2017. Στην δυσανάλογα μεγάλη αύξηση των δωματίων 5 αστέρων, που δεν συνοδεύτηκε από ανάλογη αύξηση της ζήτησης με αποτέλεσμα την υποαπασχόληση των επενδεδυμένων κεφαλαίων στην κατηγορία αυτή, συνέβαλε η στόχευση του Αναπτυξιακού Νόμου του 2005, για ενισχύσεις επιχειρηματικών σχεδίων ξενοδοχείων 5 αστέρων. Να σημειωθεί επίσης ότι, λόγω του μεγαλύτερου αριθμού απασχολούμενων ανά δωμάτιο, όσο υψηλότερη είναι η κατηγορία της ξενοδοχειακής μονάδας, τόσο μεγαλύτερη η απασχόληση.

Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι, για την περίοδο μεταξύ 2010 και 2015, οι επιχειρήσεις που εξέτασε η έτερη μελέτη της PwC υλοποίησαν επενδύσεις ύψους 1,8 δισ. ευρώ, κυρίως για μεγάλα ξενοδοχεία 5 αστέρων σε δημοφιλείς προορισμούς.

Σχολιάζοντας τα στοιχεία των μελετών ο κ. Γιάννης Ρέτσος, προέδρος του ΣΕΤΕ και Managing Director των Electra Hotels & Resorts, ανέφερε ότι ο κλάδος έχει δυνατότητες για ακόμη καλύτερες μέρες, «υπό την προϋπόθεση δημιουργίας νέων τουριστικών προϊόντων που είναι άμεσα συνυφασμένη με την δημιουργία και ανάδειξη προορισμών. Η απαίτηση για συμπράξεις και συνεργασία είναι περισσότερο από ποτέ επιτακτική. Δεν αρκεί ένας ξενοδόχος να αποφασίσει να μείνει ανοικτός το χειμώνα, θα πρέπει ο τουρίστας που έρχεται να βλέπει μία ζωντανή κοινωνία, να μπορεί να έχει ιατρική υποστήριξη, υπηρεσίες, ανοικτά εστιατόρια κ.τ.λ.. Μόνο τότε, μόνο αν υπάρξουν συνέργειες μεταξύ του ιδιωτικού και δημοσίου τομέα μπορεί να υπάρξει επιμήκυνση της σεζόν που είναι και ένα από τα μεγάλα ζητούμενα».

newmoney.gr