Θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι μια από τις κακές κληρονομιές τα αποικιοκρατίας και του τρόπου που χαράσσονταν τα σύνορα με τρόπο που συχνά μόνο προβλήματα δημιουργούσε στο μέλλον. Ή να πει απλώς ότι η ευρύτερη περιοχή των Ιμαλαΐων, της «στέγης του κόσμου», έχει ένα ιδιαίτερα στρατηγικό ενδιαφέρον και δικαιολογεί τις κατά καιρούς συγκρούσεις. Μπορεί, όμως, και να είναι έκφραση ευρύτερων γεωπολιτικών ανακατατάξεων.

Η διαμάχη ανάμεσα στην Ινδία και την Κίνα για την οριοθέτηση των συνόρων στην περιοχή όπου συναντιούνται η Ινδία, το Μπουτάν και η Κίνα (το τμήμα της που περιλαμβάνει το Θιβέτ) κρατάει πολλές δεκαετίες.

Οι περιοχές αυτές έχουν μεγάλη στρατηγική σημασία γιατί σχετίζονται με τον έλεγχο κρίσιμων περασμάτων και οδικών αξόνων, που ειδικά για την Κίνα έχουν να κάνουν με τον έλεγχο του Θιβέτ, ιδίως από τη στιγμή που η Ινδία υποστήριζε και όσους ήταν αντίθετοι στον κινεζικό έλεγχο του Θιβέτ.

Η μεγαλύτερη ένοπλη αντιπαράθεση των δύο χωρών έγινε το 1962, ενώ θα ακολουθήσουν συγκρούσεις το 1967 και το 1987. Η τελευταία σύγκρουση έγινε τον Ιούνιο του 2017 όταν οι στρατιώτες των δύο χωρών βρέθηκαν αντιμέτωποι στο υψίπεδο του Ντοκλάμ με επίδικο της αντιπαράθεσης την κατασκευή ενός κινεζικού δρόμου, που η ινδική πλευρά θεώρησε ότι θα έδινε στις κινεζικές ένοπλες δυνάμεις τη δυνατότητα να απειλήσουν τον Διάδρομο Σιλιγκούρι, τη στενή λωρίδα που ενώνεις βορειοανατολικές περιοχές με την υπόλοιπη Ινδία.

Στα τέλη του καλοκαιριού του 2017 επήλθε αποκλιμάκωση της έντασης.

Αυτή τη φορά η αφορμή της σύγκρουσης ήταν πιθανώς οι κινεζικοί φόβοι ότι κατασκευή δρόμων από την ινδική πλευρά απειλούσε τις κινεζικές θέσεις και τον κρίσιμο αυτοκινητόδρομο Σινγιάνγκ – Θιβέτ. Για την ακρίβεια είναι πιθανό να εκτίμησε η κινεζική πλευρά ότι υπήρχε μια κλιμάκωση από τη μεριά της Ινδίας τα τελευταία χρόνια, που θα μπορούσε να διαμορφώσει συνθήκες απειλητικές για τις κινεζικές θέσεις.

Το ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο

Όμως, η αντιπαράθεση ανάμεσα στις δύο χώρες έχει μάλλον ένα μεγαλύτερο γεωπολιτικό βάθος. Παρότι οι δύο χώρες είχαν αναβαθμισμένες οικονομικές σχέσεις τα προηγούμενα χρόνια γεωπολιτικά απομακρύνθηκαν.

Η Ινδία δεν έδειξε να θέλει να είναι τμήμα της κινεζικής πρωτοβουλίας «μία ζώνη – ένας δρόμος», σε αντίθεση με το Πακιστάν που σήμερα έχει αναβαθμισμένες σχέσεις με την Κίνα.

Έπειτα υπάρχει η προσπάθεια αναβάθμισης των αμερικανοκινεζικών σχέσεων, καθώς η Ουάσιγκτον έχει επενδύσει ιδιαίτερα στην αναβάθμιση των σχέσεων με την Ινδία θεωρώντας την ένα σημαντικό αντίβαρο απέναντι στην Κίνα στην ευρύτερη περιοχή.

Δεν είναι τυχαίο ότι έχει αναβαθμιστεί και η τετραμερής συνεργασία σε ζητήματα ασφάλειας ανάμεσα στις ΗΠΑ, την Ιαπωνία, την Αυστραλία και την Ινδία, που είχε πρωτοξεκινήσει χωρίς πολλά αποτελέσματα το 2007, καθώς διαδοχικές αυστραλιανές κυβερνήσεις εκτίμησαν ότι δεν ήθελαν να συμμετέχουν σε κάτι που θα φάνταζε ως μια αντικινεζική συμμαχία.

Όμως, το 2017 οι ηγέτες των τεσσάρων χωρών, στο περιθώριο της συνάντησης κορυφής της ASEAN, αποφάσισαν να ενεργοποιήσουν ξανά τη συμμαχία. Άλλωστε, το τελευταίο διάστημα η Αυστραλία, σε αντίθεση με το παρελθόν έχει υιοθετήσει μια πιο επικριτική στάση απέναντι στην Κίνα, πιο κοντά στην αμερικανική ρητορική.

Την ίδια στιγμή, η ίδια η Ινδία στην εποχή των κυβερνήσεων Μόντι έχει κάνει μια έντονα εθνικιστική στροφή και αυταρχική στροφή, που στο εσωτερικό της μεταφράζεται και σε μια μεγάλη πίεση απέναντι και στο μουσουλμανικό πληθυσμό. Αποκορύφωμα αυτής της στροφής και η απόφαση για ανάκληση του ειδικού καθεστώτος αυτονομίας που είχε η ευρύτερη περιοχή του Κασμίρ, κίνηση που επιδείνωσε ακόμη περισσότερο τις σχέσεις με το Πακιστάν.

Πιθανώς να είναι αυτές οι μετατοπίσεις της ινδικής εξωτερικής πολιτικής που οδήγησαν την κινεζική πλευρά στην απόφαση να στείλει ένα μήνυμα. Άλλωστε, υπήρξαν δημοσιεύματα στον κινεζικό Τύπο που υπογράμμιζαν τη στρατηγική σχέση της Κίνας με το Πακιστάν και το Νεπάλ, όπως και την κοινή συμμετοχή τους στην πρωτοβουλία «μία ζώνη – ένας δρόμος».

Παρότι η κινεζική πλευρά δεν δείχνει να θέλει να κλιμακώσει τη σύγκρουση, είναι σαφές ότι οι κραδασμοί από τους ευρύτερους παγκόσμιους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς φτάνουν μέχρι και τη «στέγη του κόσμου».

https://www.in.gr/

Παναγιώτης Σωτήρης