Σκοπιανό: Τι θα βγάλει η συνάντηση της Οχρίδας;

Μετά την ενημέρωση των πολιτικών αρχηγών και των κομμάτων για την πορεία της διαπραγμάτευσης του Σκοπιανού, η κυβέρνηση εναποθέτει πλέον τις ελπίδες της στην επόμενη συνάντηση των δυο υπουργών Εξωτερικών, την ερχόμενη εβδομάδα στην Οχρίδα.

Η εντατικοποίηση των συναντήσεων αποτυπώνει αναμφίβολα μια πρόοδο στις συζητήσεις, καθώς είναι πια φανερό ότι έπειτα από μια σειρά συναντήσεων των δυο υπουργών, έχουν καταγραφεί τα σημεία σύγκλισης αλλά και οι διαφορές των δυο πλευρών.

Τα κεφάλαια της διαπραγμάτευσης που έχουν μείνει ανοιχτά αφορούν το όνομα (με το GornaMakedonija στην αμετάφραστη ή μη μορφή του να εξακολουθεί να παραμένει το φαβορί μεταξύ των δυο πλευρών), το εύρος χρήσης, τις συνταγματικές αλλαγές αλλά και το θέμα της ταυτότητας. Σαφείς είναι πλέον και οι κόκκινες γραμμές των δυο πλευρών: η Αθήνα επιμένει στο erga omnes για οποιαδήποτε ονομασία συμφωνηθεί, δηλαδή ίδια ονομασία στο εσωτερικό της χώρας αλλά και στο εξωτερικό, ενώ επιθυμεί – χωρίς να κάνει πίσω – την αποτύπωση της νέας ονομασίας στο συνταγματικό χάρτη της χώρας με ταυτόχρονη απάλειψη αλυτρωτικών αναφορών (ειδικότερα στο άρθρο 49 που ορίζει πως η ΠΓΔΜ “φροντίζει για το καθεστώς και τα δικαιώματα των προσώπων που ανήκουν στον “Μακεδονικό” λαό σε γειτονικές χώρες). Με άλλα λόγια, Σύνταγμα και εύρος χρήσης, είναι οι «κόκκινες γραμμές» της Αθήνας. Και όπως φάνηκε από τις δηλώσεις πηγών του υπουργείου Εξωτερικών μετά τη συνάντηση της Βιέννης, για την Αθήνα το αμετάφραστο της ονομασίας ή η ενιαία εκφορά σε μια λέξη της ονομασίας δεν αποτελεί την προτεραιότητα της Αθήνας. Με άλλα λόγια, πρόκειται για διπλωματικά χαρτιά που μπορεί να δοθούν ως «ανταλλάγματα» στην απέναντι πλευρά. Όπως άλλωστε σημείωναν διπλωματικές πηγές μετά το τέλος της συνάντησης στη Βιέννη, η Αθήνα δεν προσδοκά την “απόλυτη νίκη” στον έντιμο συμβιβασμό που επιδιώκει με τα Σκόπια, αλλά μια ισορροπία μεταξύ των δυο πλευρών, ώστε η όποια συμφωνία επιτευχθεί, να είναι διαχειρίσιμη στο εσωτερικό και των δυο κρατών.

Για την πλευρά της FYROM, η γλώσσα και η ταυτότητα φαίνεται πως αποτελούν «κόκκινες γραμμές», όπως τουλάχιστον αποτυπώνεται στις δηλώσεις των σκοπιανών αξιωματούχων τους τελευταίους δυο μήνες. Η Αθήνα φαίνεται πως κατανοεί την ανελαστικότητα της σκοπιανής πλευράς στο θέμα, άλλωστε σχετική αναφορά έκανε και ο υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Κοτζιάς, στην παρουσίαση του νέου βιβλίου του Νίκου Μέρτζου στις αρχές της προηγούμενης βδομάδας, που υπενθύμισε πως η «μακεδονική» γλώσσα αναγνωρίστηκε από τον ΟΗΕ το 1977, στην συνδιάσκεψη του ΟΗΕ στην Αθήνα.

Εάν οι όποιες συμφωνίες αποτυπωθούν στη συνάντηση της ερχόμενης εβδομάδας στην Οχρίδα, το κύριο ζητούμενο αφορά στον τρόπο με τον οποίο θα προχωρήσουν οι δυο πλευρές με ορίζοντα τη σύνοδο του ΝΑΤΟ στις 11 Ιουλίου. Η Αθήνα μελετά τους τρόπους που θα μπορούσε να δώσει την συγκατάθεσή της στην είσοδο της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, αφού προηγουμένως «δεθεί» με συγκεκριμένες χρονικές δεσμεύσεις, ως προς την αναθεώρηση του Συντάγματος της γειτονικής χώρας. Από εκεί και μετά βέβαια, η εσωτερική διαχείριση της όποιας συμφωνίας σε Αθήνα και Σκόπια, θα κρίνει και τη δυνατότητα τελικής υλοποίησης της ένταξης. Η πολιτική αριθμητική του σκοπιανού κοινοβουλίου δεν επιτρέπει αισιοδοξία – αντίθετα η κυβέρνηση Ζάεφ υπολείπεται τουλάχιστον 17 βουλευτών για να προσεγγίσει τον απαιτούμενο αριθμό της πλειοψηφίας για τις συνταγματικές αλλαγές. Ενώ στην Αθήνα, οι αντιστάσεις των ΑΝΕΛ υπάρχουν και δεν αναμένεται να καμφθούν, ενώ η επιχείρηση διεμβολισμού του Κινήματος Αλλαγής (με προσπάθεια να αποσπάσει τις θετικές ψήφους των βουλευτών του Ποταμιού) θα κρίνει το εάν η κυβέρνηση θα βρει το απαραίτητο στήριγμα για να περάσει τη συμφωνία στο ελληνικό κοινοβούλιο.

Απόστολος Μαγγηριάδης – reader.gr