Τα Καραπανέικα ήταν μια «απομακρυσμένη συνοικία» της πόλης, όπως χαρακτηριστικά είχα διαβάσει σε μία πηγή, (αυτή τη στιγμή δεν την έχω πρόχειρη, αλλά επιφυλάσσομαι), η οποία πήρε το όνομά της από τα σπίτια που έχτισαν εκεί, οι απόγονοι των αδελφών Κώστα και ο Πέτρου Καραπάνου, τέλη της δεκαετίας του 1820, με αρχές τις δεκαετίας του 1930.

 

Η οικογένεια Καραπάνου είχε την καταγωγή από τη Ζάβ’τσα του Ξηρομέρου (σημερινό Αρχοντοχώρι) και στο οικογενειακό της  δένδρο βρίσκονται καταγεγραμμένα σημαντικά πρόσωπα του πολιτικού και στρατιωτικού δημόσιου βίου του νεώτερου ελληνικού κράτους. Ένας από αυτούς ήταν και ο Φώτης Καραπάνος[1], ο οποίος υπήρξε αντιπρόσωπος της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος στην Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (1822) και αργότερα (1824) διοικητής της Νάξου. Τα δύο αδέλφια που προαναφέραμε, είχαν τελειώσει την Παλαμαϊκή σχολή και εργάσθηκαν ως δάσκαλοι στο Βραχώρι. Πρώτος στην Αιτωλική πόλη ήρθε από την Κατούνα ο Κώστας  και ακολούθησε ο Πέτρος.

Ο δρόμος που οδηγούσε από το κέντρο της πόλης (Πλατεία Μπέλλου) στα Καραπανέικα, ξεκινούσε από το σπίτι του Βασίλη Δημόπουλου (ακριβώς απέναντι από το Δημοτικό Καφενείο σήμερα) και το πρώτο όνομά του, ήταν «οδός Καρπενησίου», με την πρώτη ονοματοδοσία των δρόμων της πόλης, το 1928.[2] Τα αμέσως επόμενα χρόνια ο συγκεκριμένος δρόμος μετονομάστηκε σε «οδός Γεωργίου Μπαϊμπά», παίρνοντας το όνομα ενός σημαντικού Δημάρχου της πόλης, που πέθανε κατά τη  διάρκεια μιας συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου το 1907, και η αλάνα μπροστά στα σπίτια των Καραπαναίων, ονομάσθηκε «Πλατεία Καραπανέικα», όνομα που, ακόμα και μέχρι σήμερα σηματοδοτεί για τους περισσότερους την περιοχή της. Δείτε ΕΔΩ παλιές φωτογραφίες της μετέπειτα πλατείας «Καραπανέικα» στην οποία για μεγάλο διάστημα γινόταν και η λαϊκή αγορά της πόλης)

Εκείνα τα χρόνια, στη μέση αυτής της αλάνας βρισκόταν ένας τεράστιος πλάτανος, όπως ακριβώς απεικονίζεται στον πίνακα του Ηπειρώτη στην καταγωγή (γεννήθηκε στο χωριό Κυψέλη της Άρτας) Δημήτρη Κουτσοσπύρου[3].

Να πούμε με την ευκαιρία ότι η οικογένεια του Κουτσοσπύρου εγκαταστάθηκε στην πόλη στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και για πολλά χρόνια τα μέλη της εργάσθηκαν ως κτιστάδες, κατασκευάζοντας αρκετά σπίτια στην ευρύτερη περιοχή. Όπως μου διηγήθηκε ο ίδιος ο ζωγράφος, τον συγκεκριμένο πίνακα τον έφτιαξε με βάση την αφήγηση της γηραιάς εκείνη την εποχή με το όνομα Ευγενείας Καραπάνου, η οποία του περιέγραψε με εξαιρετική ακρίβεια το περιβάλλον της σημερινής πλατείας, όπως ήταν τα χρόνια πριν τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940.

Από πρωτοσέλιδο του Νεολόγου των Πατρών[4], μια μέρα σαν την σημερινή, μαθαίνουμε ότι, εικονιζόμενος πλάτανος στάθηκε αφορμή να προκληθεί αναστάτωση στη συνοικία, όταν η δημοτική αρχή εκείνης της εποχής (Δημαρχία Ανδρέα Παναγόπουλου) επιχείρησε να ασφαλτοστρώσει τους κεντρικούς δρόμους της πόλης.

«Αι ανασκαφαί των κυριοτέρων οδών της πόλεως του Αγρινίου», αναφέρει το άρθρο, «δια την ασφαλτόστρωσιν αυτών εξακολουθούν αλματωδώς, ως αντιλήφθημεν επιχειρήσαντες εσχάτως εκείσε ταξίδιον. Ούτω το Αγρίνιον συμπληροί και την τελαυταίαν ταύτην πρόοδον, καθιστάμενον πρότυπον πόλεως. Η οδός Μπαϊμπά ανασκαπτόμενη και φθάνουσα μέχρι της συνοικίας Καραπανέικα, θα ευρίσκηται  κατ’ αυτάς εν τω περατούσθαι. Εις το τέρμα της οδού ταύτης λόγω του σχετικού χώρου ενεκρίθη και η έγκρισης πλατείας όπου θα ενεργήται και η σήμερον λειτουργούσα λαϊκή αγορά.
Καθά μας γράφουσιν εκείθεν η οδός αύτη προκαλεί σήμερον έκτακτον ενδιαφέρον, αν μη και διασάλευσιν της τάξεως, καθόσον παρά το άκρον αυτής υπάρχει γηραιός πλάτανος, προ 40 ετών χρονολογούμενος, υπό την σκιάν του οποίου οι διαβάται, οι περίοικοι και οι θαμώνες του παρακειμένου καφφενείου (διατηρείται η ορθογραφία του πρωτοτύπου πλην του μονοτονικού) ευρίσκουν την ανάπαυσιν και την τέρψιν των.
Ατυχώς του πλατάνου τούτου η βασιλεία έληξε, καθώς ετούτος εθεωρήθη εμπόδιον της μεταρυθμιζομένης οδού και απεφασίσθη η εκκοπή τούτου. Επί τη ειδήση ταύτη ήτις επιβεβαιώθη και εκ της ομολογίας ενός των Δημοτικών Συμβούλων, οι κάτοικοι της συνοικίας διεμαρτυρήθησαν εντόνως, απειλούντες και ένοπλον αντίστασιν. Της εξεγέρσεως ηγούνται προεστοί, εις εκ των οποίων, εβδομηντακοντούτης την ηλικίαν, θερμότερος, ζωηρότερος και πατριωτικότερος, προστατεύει την ύπαρξιν του πλατάνου ευρισκόμενος εν επιφυλακή, φυλλάσων νύκτα και ημέραν και απειλών πάντα αντιλεγόντα και πάντα τολμήσαντα να επιβάλη χείρα ασεβή επί του χρησίμου και ευεργετικού τούτου δένδρου.
Ο κ. Δήμαρχος και λοιποί αρμόδιοι, εις γνώσιν των οποίων περιήλθον τα παράπονα αι αναφοραί και αι επικίνδυνοι εξεγέρσεις των κατοίκων της συνοικίας, ελπίζομεν ότι θέλουν εισακούσι τούτων καθόσον ο εν λόγω πλάτανος και λαμπρόν στόλισμα της άκρας πόλεως είνε και εξυπηρετήσεως της λαϊκής αγοράς θα αποβαίνη και την συγκοινωνίαν δεν θα παρακωλύη.
Είνε κρίμα να κόπτωνται τοιαύτα αιωνόβια δένδρα. Ας ασφαλτοστρωθούν η οδός και η πλατεία και ας μείνει δοκιμαστικός και ο πλάτανος. Εάν δε ο χρόνος ήθελεν αποδείξει εμπόδιον και ακαλαισθησίαν, τότε ας υποκύψη και ούτως εις την εξέλιξιν της προόδου, πειθομένων περί τούτου και των σήμερον εξηγειρωμένων».

—————————————————————————-

  1. Η φωτογραφία του Καραπάνου είναι η τυπογραφική αποτύπωση μιας λιθογραφίας του Δανού φιλέλληνα Adam Friedel που απεικονίζει τον Φώτιο Καραπάνο. Ο Καραπάνος, ο οποίος υπήρξε αντιπρόσωπος της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας στην Α΄ Εθνοσυνέλευση που έγινε στην Επίδαυρο τον πρώτο χρόνο της Ελληνικής Επανάστασης, συμμετείχε, ως μέλος, στην επιτροπή που συνέγραψε το πρώτο ελληνικό σύνταγμα. Επίσης, όπως αναφέρεται στο κείμενο κάτω από την προσωπογραφία, διατέλεσε εκτός από γερουσιαστής το 1822 και διοικητής της Νάξου το 1824. Ο Friedel το 1825 και 1826 εκτύπωσε και κυκλοφόρησε είκοσι τέσσερα λιθόγραφα πορτραίτα πολιτικών και στρατιωτικών αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης, που είχε σχεδιάσει εκ του φυσικού και τα οποία λιθογράφησε και επιχρωμάτισε ο J. Bouvier. Περιέχεται σε συλλογή που βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη-Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα. (Πηγή: Ίδρυμα Αικατερίνης ΛασκαρίδηΕΔΩ )
 

 

  1. 2.Αρ. αποφ. Δημοτικού Συμβουλίου Αγρινίου: 56/10-3-1928| 3. Ο Δημήτρης Κουτσοσπύρος γεννήθηκε στην Κυψέλη της Άρτας. Πολύ γρήγορα εγκαταστάθηκε στο Αγρίνιο, όπου ζει και δημιουργεί μέχρι σήμερα. Με τη ζωγραφική ασχολήθηκε μικρός. Παρ’ όλο που σπούδασε ζωγραφική και σχέδιο στην Αθήνα, θεωρείται αυτοδίδαχτος και η δύναμη του χρωστήρα του, δείχνει έναν καλλιτέχνη, που βαδίζει στα χνάρια των μεγάλων ζωγράφων. Με τη ζωγραφική ασχολείται αποκλειστικά από το 1968. Εργάστηκε ως αγιογράφος , φιλοτέχνησε σκηνικά θεάτρου, εικονογράφησε περιοδικά και ημερολόγια. Έχει παρουσιάσει το έργο του σε εννέα ατομικές εκθέσεις σε όλη την Ελλάδα. Από το 1972 διατηρεί μόνιμη έκθεση στην οδό Παπαστράτου 73, στο Αγρίνιο. Το έργο του έχουν κριτικάρει με ευνοϊκότατα σχόλια άνθρωποι των τεχνών και των γραμμάτων. Δικά του έργα κοσμούν Δημόσια Ιδρύματα, Πινακοθήκες, Μουσεία, Ιδιωτικές Συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Τα θέματα του είναι παρμένα κυρίως από την ελληνική ύπαιθρο . Ακολουθούν κλασικές φόρμες, που όμως το φιλοσοφικό βάθος, το παιχνίδι της φαντασίας και η λεπτομέρεια στη σύνθεση δείχνουν την ευαισθησία του δημιουργού και τη δύναμη του γνήσιου ταλέντου του. Ο προβληματισμός του καλλιτέχνη περνάει στο θεατή όμορφα, γλυκά, ομαλά, χωρίς αισθητικούς βαρβαρισμούς και ανταμώνει λυτρωτικά τις ανησυχίες τους, γιατί όπως τονίζει ο Δημ. Κουτσοσπύρος αυτός είναι και ο προορισμός της τέχνης: «αναγκαιότητα για ένα ζωγράφο και γενικότερα για τον καλλιτέχνη είναι να εκφράζει μέσα από το ψυχικό και συναισθηματικό είναι του, το συνάνθρωπο του». Είναι μέλος του Επιμελητηρίου ΕΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ και ο πίνακας της ανάρτησης δημιουργήθηκε το 1980.| 4. Παναγιώτης Γ. Ζωγράφος, Εξέγερσις εις το Αγρίνιον δι’ έναν αιωνόβιον πλάτανον, Νεολόγος Πατρών, Δευτέρα 16/5/1932, Έτος ΛΗ΄, αρ. φύλ. 120, σελ. 1 & 2.
  2. Κείμενο: Λευτέρης Τηλιγάδας