Συνέντευξη Τύπου του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη  για τα αποτελέσματα της  Συνόδου Κορυφής της Ε.Ε. 

Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Καλό σας μεσημέρι. Είχα την ευκαιρία να συμμετέχω στην πρώτη Σύνοδο Κορυφής με την ιδιότητά μου ως Πρωθυπουργός της χώρας. Και συνέπεσε αυτή η ευκαιρία -όπως διαπιστώσατε- με μία εξαιρετικά πυκνή ατζέντα, καθώς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ασχολήθηκε με μία σειρά από εξαιρετικά σημαντικά ζητήματα αιχμής, που αφορούν στην Ευρώπη, αλλά πολλά από τα οποία αφορούν και στην περιοχή μας και προφανώς και στην Πατρίδα μας. Επιτρέψτε μου να κάνω μία σύντομη επισκόπηση των συμπερασμάτων, των βασικών θεμάτων τα οποία συζητήθηκαν και στη συνέχεια θα απαντήσω στις ερωτήσεις σας.

Το πρώτο ζήτημα το οποίο συζητήθηκε, προφανώς, αφορούσε το θέμα του Brexit, όπου -με ομοφωνία- εκφράσαμε την ικανοποίησή μας για την απόφαση η οποία ελήφθη. Είναι ξεκάθαρο ότι ύστερα από 2,5 χρόνια εντατικών διαπραγματεύσεων είναι πολύ θετικό το γεγονός ότι επιτυγχάνεται μία συμφωνία. Υπήρξε και ικανοποίηση, υπήρξε και ανακούφιση, υπήρξε όμως και κάποια θλίψη για το γεγονός ότι η πλειοψηφία των μελών του Συμβουλίου δεν επιθυμούσαν αυτήν την εξέλιξη. Ήταν μία επιλογή της Μεγάλης Βρετανίας. Από τη στιγμή που, όμως, έτσι αποφάσισε ο κυρίαρχος Βρετανικός λαός, ο σκοπός πάντα ήταν να δρομολογηθεί αυτό το διαζύγιο με όσο το δυνατόν πιο ικανοποιητικούς όρους και για τα δύο μέρη και ως προς τις προτεραιότητες της Ευρωπαϊκή Ένωσης. Αυτές ήταν πάντα η έμφαση στη συνοχή της εσωτερικής αγοράς και η προστασία του ειδικού καθεστώτος, που διέπει τις σχέσεις μεταξύ της Βόρειας Ιρλανδίας και της Ιρλανδίας. Στο βαθμό, λοιπόν, που αυτοί οι δύο στόχοι επιτυγχάνονται και στο βαθμό που και ο ίδιος ο Ιρλανδός Πρωθυπουργός έδωσε, με ξεκάθαρο τρόπο,  τη συναίνεσή του σε αυτή τη συμφωνία, πιστεύω ότι είμαστε σε καλό δρόμο. Και ελπίζω ότι και η Βρετανική Βουλή θα επικυρώσει τη συμφωνία αυτή, ώστε να μην ξαναβρεθούμε αντιμέτωποι με το φαινόμενο να έχουμε εγκρίνει μία συμφωνία, σε επίπεδο ευρωπαϊκών οργάνων, αλλά αυτή να μην γίνεται αποδεκτή από το Βρετανικό Κοινοβούλιο.

Δεύτερο θέμα αιχμής, το οποίο συζητήθηκε για πρώτη φορά σήμερα, έτσι ώστε να σχηματίσουν όλοι οι Αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων, μια  πρώτη αίσθηση του πως κινούνται οι ομόλογοί τους, αφορά το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, το MFF, το βασικό χρηματοδοτικό εργαλείο της ευρωπαϊκού προϋπολογισμού για την περίοδο 2021 – 2027. Και εκεί η χώρα μας προσήλθε με μία πολύ ξεκάθαρη θέση, η οποία πιστεύω ότι απηχεί και τις θέσεις της πλειοψηφίας των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ποια είναι αυτή; Ότι το συνολικό επίπεδο των διαθέσιμων πόρων, του προϋπολογισμού δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να κινηθεί κάτω από την πρόταση της Επιτροπής, δηλαδή το 1,114% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος της Ένωσης. Διότι οποιαδήποτε υποχώρηση από αυτόν τον πήχη, θα σήμαινε κατ’ ανάγκη εκπτώσεις στην εξαιρετικά φιλόδοξη ατζέντα την οποία έχει θέσει και το Συμβούλιο, αλλά και η Επιτροπή, για την επόμενη πενταετία.

Πριν από τη συζήτηση για τον MFF, είχαμε και μία ενημέρωση από την κυρία Von der Leyen. Είχαμε την ευκαιρία να της κάνουμε και ερωτήσεις, όπου αναδείχθηκε ακριβώς αυτή η φιλόδοξη έκταση της νέας ατζέντας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία καλείται να συγκεράσει παραδοσιακές πολιτικές με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη χώρα μας. Όπως οι πολιτικές συνοχής, η Κοινή Αγροτική Πολιτική, με νέες πολιτικές που αφορούν στην κλιματική αλλαγή, στον τεχνολογικό μετασχηματισμό, σε πολιτικές εκπαίδευσης, κατάρτισης, στην ασφάλεια των συνόρων, στη διαχείριση των προσφυγικών ροών. Για να μπορέσουμε να τα πετύχουμε όλα αυτά χρειαζόμαστε περισσότερα χρήματα. Άρα ο πήχης ο οποίος ετέθη -που συμπίπτει με τον όρο τον οποίο έθεσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή- αποτελεί τη θέση αφετηρίας της Πατρίδας μας, αλλά είναι και η θέση της πλειοψηφίας των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από εκεί και πέρα, υπάρχουν μια σειρά από πιο τεχνικά ζητήματα που αφορούν τις νέες πολιτικές για τις αιρεσιμότητες, στις οποίες εμείς είμαστε θετικοί. Να συνδέεται δηλαδή η χρηματοδότηση, με κάποιο τρόπο, με παραμέτρους που έχουν να κάνουν με το κράτος δικαίου ή τη συμμόρφωση με περιβαλλοντικές πολιτικές ή να υπάρχει και κάποια συσχέτιση ενδεχομένως και με το ζήτημα του προσφυγικού. Δεν θα σας κουράσω με περισσότερες τεχνικές λεπτομέρειες. Θα πω μόνο ότι θα είναι μία δύσκολη διαπραγμάτευση αυτή. Υπάρχουν αποκλίνουσες απόψεις μεταξύ των χωρών που συνεισφέρουν στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό περισσότερα από αυτά που εισπράττουν. Θα πρέπει όμως εδώ να είναι ξεκάθαρο ότι, εάν η Ευρώπη θέλει να παίξει έναν ουσιαστικό οικονομικό, αλλά και γεωπολιτικό ρόλο, όπως τη φανταζόμαστε, αυτό θα πρέπει να συνοδεύεται και από τους κατάλληλους πόρους και σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να πέσουμε κάτω από το πλαίσιο το οποίο όρισε η Επιτροπή. Ταυτόχρονα, ως προς τους εξειδικευμένους τομείς της συνοχής και της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, και εκεί υπήρξε νομίζω ένας κοινός τόπος ανάμεσα στις περισσότερες χώρες, ότι αυτές είναι οι πολιτικές που ταυτίζονται στη συνείδηση του ευρωπαίου πολίτη περισσότερο με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι πολιτικές δοκιμασμένες, είναι πολιτικές επιτυχημένες. Βεβαίως και πρέπει να γίνουν αλλαγές, μεταρρυθμίσεις, ενδεχομένως παρεμβάσεις και στον Πυλώνα 1 και στον Πυλώνα 2 της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Αλλά, σε καμία περίπτωση, δεν μπορούμε να δεχτούμε μία συνολική μείωση των πόρων που είναι διαθέσιμοι γι’ αυτούς τους δύο κεντρικούς πυλώνες του ευρωπαϊκού χρηματοδοτικού οικοδομήματος.

Έρχομαι τώρα στο τρίτο ζήτημα το οποίο είναι το 5ο και 6ο σημείο των Συμπερασμάτων. Τουρκία, Κύπρος, μετανάστευση, Συρία. Πιστεύω ότι στην ενότητα αυτή πετύχαμε απόλυτα να ενσωματώσουμε τις ελληνικές εθνικές θέσεις στο κείμενο των Συμπερασμάτων. Προφανώς υπήρξε μία ομόφωνη καταδίκη της τουρκικής επέμβασης στη Συρία και μία έκκληση για οριστική κατάπαυση του πυρός. Προφανώς λαμβάνουμε υπόψη μας τη συμφωνία η οποία επετεύχθη μεταξύ της Τουρκίας και των Ηνωμένων Πολιτειών. Αλλά με αυστηρότητα η Ευρωπαϊκή Ένωση τοποθετείται, στο ανώτατο επίπεδο, στέλνοντας ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι αυτή η επέμβαση είναι μία επέμβαση προβληματική σε πολλά επίπεδα.

Θέλω να τονίσω ιδιαίτερα το σημείο 8 των Συμπερασμάτων το οποίο προστέθηκε μετά από επιτακτική δική μας παρέμβαση το οποίο τονίζει, επαναλαμβάνει την ανάγκη η Ευρωπαϊκή Ένωση να υποστηρίζει εκείνες τις χώρες, προφανώς αναφέρεται στην Ελλάδα γιατί είναι η χώρα εκείνη η οποία έχει τις μεγαλύτερες πιέσεις σε επίπεδο προσφυγικών – μεταναστευτικών ροών, που αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους προκλήσεις ως αποτέλεσμα της κατάστασης που επικρατεί στην Ανατολική Μεσόγειο. Υπήρξε, δηλαδή, μία αναγνώριση του γεγονότος ότι η διαχείριση του ζητήματος αυτού δεν μπορεί να επαφίεται μόνο στην Ελλάδα. Μετ’ επιτάσεως επανέλαβα την ευρωπαϊκή διάσταση του προσφυγικού, εξηγώντας ποιες πρωτοβουλίες αναλαμβάνουμε εμείς αλλάζοντας την πολιτική μας, σε σχέση με αυτή της προηγούμενης Κυβέρνησης, αλλά ζητώντας ταυτόχρονα και ευρωπαϊκή υποστήριξη, αλληλεγγύη. Και βέβαια την εκπόνηση  -όπως είχα την ευκαιρία να πω και στη δήλωση την οποία έκανα προσερχόμενος στο Συμβούλιο Κορυφής- ενός σχεδίου Β, ενός εναλλακτικού σχεδίου στην περίπτωση που ξαναβρεθούμε αντιμέτωποι ως χώρα με ροές οι οποίες δεν είναι διαχειρίσιμες.

Θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό ότι υπάρχει ξεχωριστό λήμμα, ειδική αναφορά στα ζητήματα που αφορούν στην Κύπρο και ομόφωνη καταδίκη, πολύ-πολύ συγκεκριμένη, της παράνομης δραστηριότητας της Τουρκίας εντός της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και βέβαια μια επικύρωση των συμπερασμάτων του Συμβουλίου των Υπουργών Εξωτερικών, όπου προσδιορίστηκε, με μεγαλύτερη σαφήνεια, το πλαίσιο των κυρώσεων που αφορούν και φυσικά πρόσωπα, αλλά και εταιρείες που εμπλέκονται στις παράνομες εξορύξεις εντός των χωρικών υδάτων, εντός της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Τέλος, εκεί που δεν καταφέραμε δυστυχώς να συμφωνήσουμε είναι στα ζητήματα της διεύρυνσης των Δυτικών Βαλκανίων. Το ζήτημα παραπέμπεται για το 2020. Δεν κατέστη εφικτό να επιτευχθεί ομοφωνία για να μπορέσουμε να δώσουμε ημερομηνία ένταξης στους δύο βόρειους γείτονές μας. Αλλά, θα ήθελα να τονίσω αυτό το οποίο έχω επαναλάβει σε πολλές ευκαιρίες  ότι η Ελλάδα πάντα στηρίζει την ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων και έχει θέσει πολύ συγκεκριμένες αιρεσιμότητες σε αυτή τη διαδικασία. Ως προς τη Βόρεια Μακεδονία, αυτό αφορά προφανώς την απόλυτη συμμόρφωσή της με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Είχα την ευκαιρία και πάλι να μεταφέρω τους προβληματισμούς μας για πτυχές αυτής της συμφωνίας, γιατί τη θεωρούμε μια κακή συμφωνία. Να επαναλάβω όμως αυτό το οποίο έχω πει πάρα πολλές φορές: Από τη στιγμή που η Συμφωνία αυτή έχει κυρωθεί από το Ελληνικό Κοινοβούλιο, είμαστε υποχρεωμένοι να την εφαρμόσουμε. Ως προς το ζήτημα της Αλβανίας, οι αιρεσιμότητες, οι προϋποθέσεις τις οποίες θέτουμε αφορούν στο κράτος δικαίου γενικά και πιο εξειδικευμένα, τα δικαιώματα της ελληνικής εθνικής μειονότητας, είτε αυτά αφορούν το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού ενόψει της κρίσιμης απογραφής, η οποία θα γίνει το 2020, είτε αφορούν τα περιουσιακά δικαιώματα των μελών της ελληνικής εθνικής μειονότητας στην Αλβανία. Τα ζητήματα αυτά τέθηκαν. Όπως σας είπα δεν κατέστη εφικτό να επιτευχθεί ομοφωνία. Τρεις χώρες διαφώνησαν. Άρα το αποτέλεσμα δεν ήταν τέτοιο που να μας επιτρέπει να πάρουμε μία τέτοια απόφαση. Θεωρώ ότι αυτό δεν είναι καλό. Και θεωρώ δεν είναι καλό και για την γενικότερη σταθερότητα των Βαλκανίων. Γιατί πρέπει να κρατηθεί ανοιχτή η Ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων, για να μπορέσει να υπάρχει μεγαλύτερη σταθερότητα και οικονομική ευημερία στην περιοχή. Θεωρώ ότι δεν είναι και καλό για την Ελλάδα. Διότι το κυριότερο όπλο το οποίο έχει στα χέρια της η Ελλάδα προκειμένου να αντιμετωπίσει ζητήματα που έχει και με τις δύο χώρες, αφορά την Ευρωπαϊκή προοπτική. Όσο πιο κοντά σε μία ευρωπαϊκή πορεία είναι αυτές οι δύο χώρες, τόσο μας δίνεται η δυνατότητα -στο πλαίσιο των αναγκαίων αλλαγών που πρέπει να κάνουν για να έρθουν πιο κοντά στην ευρωπαϊκή οικογένεια, στο πλαίσιο αυτής της μακράς διαδικασίας, η οποία τελικά καταλήγει σε ένταξη στην ευρωπαϊκή οικογένεια- να αντιμετωπίζουμε και ζητήματα τα οποία εμείς έχουμε σε διμερές επίπεδο.

Κλείνω με μία πιο προσωπική αναφορά. Ήταν το πρώτο Συμβούλιό μου όπως σας είπα.  Ήταν το τελευταίο Συμβούλιο όμως στο οποίο συμμετείχε μία κατά την άποψή μου, εμβληματική φυσιογνωμία της ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής, ο Jean-Claude Juncker. Καθόταν δίπλα μου στο χθεσινό δείπνο. Μου είπε ότι έχει συμμετάσχει σε 138 Συμβούλια Κορυφής, είτε με την ιδιότητά του ως Πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου, είτε με την ιδιότητά του ως Πρόεδρος της Επιτροπής. Θέλω -και με την ευκαιρία αυτή- να τον ευχαριστήσω ως Έλληνας, ως ευρωπαίος γι’ αυτά που έχει προσφέρει στην Πατρίδα μας. Δεν ξεχνάμε τον αγώνα τον οποίο έδωσε σε εξαιρετικά κρίσιμες συγκυρίες, για να κρατήσει την Ελλάδα στην Ευρώπη, όταν κάποιοι άλλοι μπορεί να είχαν άλλες φαντασιώσεις, εντός και εκτός Ελλάδος. Αλλά, θέλω να τον ευχαριστήσω και ως Ευρωπαίος. Ένας άνθρωπος ο οποίος δεν έβαλε νερό στο κρασί του ως προς την ευρωπαϊκή του συνείδηση. Ο οποίος είχε πάντα στο μυαλό του τον λόγο, την γενεσιουργό αιτία που γεννήθηκε η Ενωμένη Ευρώπη.

Θυμήθηκα μια φράση την οποία έλεγε, που του θύμιζε ο πατέρας του. Ότι αν θέλει κανείς να καταλάβει πραγματικά τι σημαίνει Ευρώπη αρκεί να κάνει μια επίσκεψη στα νεκροταφεία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, για να θυμηθεί ότι όλο αυτό το ευρωπαϊκό οικοδόμημα το οποίο σήμερα πολλοί μπορεί να αμφισβητούν, να λοιδορούν ή να υπονομεύουν, γεννήθηκε από την ανάγκη να μπορέσει επιτέλους αυτή η Ήπειρος να βρει ειρήνη, ευημερία και ανάπτυξη. Και βέβαια, οι προκλήσεις των καιρών αλλάζουν, αλλά νομίζω ότι η παρακαταθήκη του Jean-Claude Juncker ενός σταθερού φίλου της Ελλάδας, αλλά και ενός πραγματικού Ευρωπαίου, παραμένει αναλλοίωτη.

Ήταν ταυτόχρονα και η τελευταία φορά που προήδρευσε του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ο Donald Tusk. Τον ευχαριστώ κι αυτόν δημόσια, διότι πιστεύω ότι διαχειρίστηκε αυτήν την εξαιρετικά σύνθετη άσκηση, του να πρέπει να συγκεράσει απόψεις 28, 27 πια, αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων, με μεγάλη αποτελεσματικότητα, με ευθύτητα, αλλά -και συχνά- και με χιούμορ. Και να ευχηθώ και στον διάδοχο του, τον μέχρι σήμερα Πρωθυπουργό του Βελγίου, τον Charles Michel, με τον οποίο είχα την ευκαιρία να συμφάγω προχθές το βράδυ, καλή επιτυχία στα καθήκοντά του. Αυτά από μένα και παρακαλώ τις ερωτήσεις σας.

ΕΦΗ ΚΟΥΤΣΟΚΩΣΤΑ: Κύριε Πρόεδρε, καλησπέρα. Ήθελα να αναφερθώ στο θέμα της διεύρυνσης και δεδομένου ότι πάλι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, για τρίτη φορά μέσα σε 16 μήνες, απέτυχε να δώσει το “πράσινο φως” στη Βόρεια Μακεδονία και την Αλβανία, θεωρείτε ότι τελικά κινδυνεύει η Συμφωνία των Πρεσπών; Γιατί βλέπουμε και πολιτικές εξελίξεις στην γειτονική χώρα. Και στην ίδια ερώτηση, επικοινωνήσατε με τον κ. Ζάεφ όσο ήταν εδώ; Και αν όχι, σκοπεύετε να το κάνετε τις επόμενες μέρες;

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Δεν έχω επικοινωνήσει με τον κ. Ζάεφ όσο ήταν εδώ. Είπα στο Συμβούλιο αυτά τα οποία είχα πει και στον ίδιο τον κ. Ζάεφ όταν τον συνάντησα στη Νέα Υόρκη και του είπα ξεκάθαρα ότι «για μένα η Συμφωνία των Πρεσπών έχει προβλήματα. Είναι μια προβληματική συμφωνία, αλλά οφείλω να την σεβαστώ και δεν θα θέσω τη Συμφωνία των Πρεσπών ως εμπόδιο για την ευρωπαϊκή σου πορεία, αρκεί να πειστώ απόλυτα ότι συμμορφώνεσαι με αυτή την συμφωνία και βέβαια δείχνεις καλή διάθεση να λύσεις και τις εκκρεμότητες, που εξακολουθούν να απορρέουν από την συμφωνία, που δεν έχουν ακόμα επιλυθεί, όπως η βασικότερη εκκρεμότητα που αφορά τα εμπορικά σήματα». Αυτό θα του πω όταν του ξαναμιλήσω. Από κει και πέρα δεν θέλω να κάνω καμία άλλη εκτίμηση για το τι μπορεί να γίνει στη Βόρεια Μακεδονία. Είναι ένα ζήτημα το οποίο είναι εσωτερικό, το οποίο αφορά την γειτονική χώρα.

ΜΑΚΗΣ ΠΟΛΛΑΤΟΣ: Θα μου επιτρέψετε να πάω στο μεταναστευτικό. Είπατε ότι η Τουρκία εκβίαζε, κύριε Πρόεδρε, την Ελλάδα και εκβιάζει την Ελλάδα και την Ευρώπη με το μεταναστευτικό. Και ζητήσατε ένα εναλλακτικό σχέδιο, ένα Plan B’ όπως είπατε, για την περίπτωση που τα πράγματα ξεφύγουν και η Τουρκία πλημμυρίσει την Ευρώπη με μετανάστες. Το ερώτημα είναι το εξής. Μήπως βρεθήκατε απροετοίμαστοι; Μήπως η Κυβέρνηση βρέθηκε απροετοίμαστη; Μήπως έπρεπε να έχετε λάβει τα μέτρα από τον Ιούλιο, τόσο με την επιτάχυνση της παροχής ασύλου, όσο και τα υπόλοιπα μέτρα που αλλάζουν την πολιτική της προηγούμενης Κυβέρνησης;

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Εγώ είμαι πάντα ανοικτός σε οποιαδήποτε καλοπροαίρετη κριτική στο ζήτημα αυτό. Και είμαι ο τελευταίος ο οποίος θα επιρρίψει ευθύνες στην προηγούμενη Κυβέρνηση ως άλλοθι για ενδεχόμενες δικές μας αδυναμίες. Γνωρίζετε όλοι τους αριθμούς. Την δραματική αύξηση των ροών στη διάρκεια του καλοκαιριού. Το γεγονός ότι βρεθήκαμε αντιμέτωποι, ειδικά στα νησιά μας, με μια άκρως προβληματική κατάσταση. Θεωρώ ότι κινηθήκαμε γρήγορα, με ένα σχέδιο το οποίο είναι πάρα πολύ συγκεκριμένο και το οποίο αρχίζει και λαμβάνει και νομοθετική υπόσταση. Καθώς γνωρίζετε, αυτή την στιγμή ήδη βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση η νέα πρότασή μας για τη νομοθεσία για το άσυλο, η οποία αλλάζει πολλά πράγματα στον τρόπο χορήγησης του ασύλου. Είχα πει από την πρώτη στιγμή ότι θέλουμε να αλλάξουμε τον τρόπο χορήγησης ασύλου, έτσι ώστε να τελειώνουν επιτέλους αυτές οι μακρόσυρτες διαδικασίες και όποιος δεν δικαιούται άσυλο, να μπορεί να επιστρέφει γρήγορα στην Τουρκία  βάσει της συμφωνίας. Κληρονομήσαμε μια κατάσταση κατά την οποία είχαν έρθει 50.000 άνθρωποι και είχαν επιστρέψει 2.000. Αυτή είναι η κατάσταση την οποία βρήκαμε. Από εκεί και πέρα, πήραμε και άλλες αποφάσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίον θα αποσυμφορήσουμε τα νησιά μας και τον τρόπο με τον οποίον θα κάνουμε έναν όσο το δυνατόν πιο δίκαιο επιμερισμό των ανθρώπων αυτών στην υπόλοιπη Επικράτεια -αυτών που πρέπει να φύγουν από τα νησιά- δίνοντας πάντα προτεραιότητα στους πιο ευάλωτους. Μεριμνήσαμε ιδιαίτερα για τις πιο ευαίσθητες ομάδες πληθυσμού, όπως είναι τα ασυνόδευτα ανήλικα. Αλλά πρέπει να σας πω ότι, σε όλο αυτό το θέμα, δεν βρήκαμε κανένα στρωμένο χαλί πάνω στο οποίο μπορούσαμε να πατήσουμε.

Κατανοώ γιατί το θέμα αυτό προκαλεί μεγάλες αντιδράσεις. Είμαι σίγουρος όμως ότι και η ελληνική κοινωνία -που μας βλέπει να αντιμετωπίζουμε το ζήτημα αυτό- βλέπει δύο πράγματα: Πρώτον, καταλαβαίνει ότι είναι ένα θέμα το οποίο είναι μεγαλύτερο από την Ελλάδα. Και δεύτερον, βλέπει μια Κυβέρνηση η οποία έχει μια άλλη πολιτική αντιμετώπισης από την προηγούμενη, η οποία θα κριθεί και αυτή στο αποτέλεσμα. Δεν νομίζω όμως -ειδικά στο ζήτημα αυτό, με όλη την πολυπλοκότητά του, με την ανάγκη να δείξουμε δύο πράγματα ταυτόχρονα, ένα ανθρώπινο πρόσωπο σε αυτούς που έχουν ανάγκη, αλλά και μία μεγαλύτερη συνέπεια στον τρόπο με τον οποίο φυλάσσουμε τα εξωτερικά μας σύνορα- δεν νομίζω ότι υπάρχει ούτε ένας Έλληνας πολίτης ο οποίος να περίμενε ότι θα μπορούσαμε να δώσουμε σε αυτό το θέμα οριστική απάντηση μέσα σε τρεις μήνες.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΝΤΕΛΗΣ: Καλησπέρα κύριε Πρόεδρε. Εκφράσατε την ικανοποίησή σας για το ότι συμπεριλαμβάνεται στα συμπεράσματα η αναφορά για στήριξη των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου στη διαχείριση του μεταναστευτικού. Αρκεί αυτό; Μήπως περιμέναμε και κάτι πιο συγκεκριμένο ως προς τη στήριξη αυτή; Συζητήθηκε κάτι τέτοιο; Θα το περιμένουμε σε δεύτερο χρόνο;

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Η Ελλάδα λαμβάνει οικονομική υποστήριξη από την Ευρωπαϊκή Ένωση για τη διαχείριση αυτού του ζητήματος. Το πρόβλημα προφανώς δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι ευρύτερο, είναι θεσμικό. Έθιξα, για άλλη μια φορά -και συμφώνησε σε αυτό και η νέα Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η κυρία  von der Leyen- ότι πρέπει να θέσουμε ως πρώτη προτεραιότητα την αναμόρφωση του συστήματος του Δουβλίνου και επιτέλους της λειτουργίας ενός Ευρωπαϊκού μηχανισμού ασύλου, έτσι ώστε να υπάρχει ενοποίηση της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας σε αυτό το επίπεδο. Από εκεί και πέρα, ξέρετε πολύ καλά ότι υπάρχει ζήτημα μεγάλο με ορισμένες χώρες, οι οποίες δεν θέλουν σε καμία περίπτωση να συμμετέχουν σε οποιοδήποτε επιμερισμό αυτού του προβλήματος. Έχω πει -και το ξαναείπα με αυτήν την ευκαιρία και στο Συμβούλιο-  ότι αυτή είναι μία πολιτική η οποία δεν στέκει. Είναι απαράδεκτη πολιτική. Δεν μπορούμε να μιλάμε για ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, να επωφελούμαστε από ευνοϊκές πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Ζώνη του Σένγκεν και ταυτόχρονα να μη δεχόμαστε κανέναν απολύτως επιμερισμό αυτού του προβλήματος σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Υπάρχει μία αναγνώριση ότι η Ελλάδα είναι στην πρώτη γραμμή. Υπάρχει μία μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση, αλλά όχι στο βαθμό που θα ήθελα, και μία καλύτερη διάθεση την οποία βλέπω, να υποστηριχθεί η Ελλάδα σε αυτήν την προσπάθεια. Όμως, θέλω να τονίσω, ότι εάν δεν μπορέσουμε να λύσουμε το πρόβλημα στον πυρήνα του -και αυτό σημαίνει να έρχονται λιγότεροι πρόσφυγες και μετανάστες στα ελληνικά νησιά, είτε να μη ξεκινάνε οι βάρκες, είτε να έχουμε καταφέρει να εξαρθρώσουμε τα κυκλώματα των διακινητών, είτε οι βάρκες οι οποίες ξεκινούν να εντοπίζονται από τις τουρκικές αρχές, από την τουρκική ακτοφυλακή, ενδεχομένως και σε συνεννόηση με την ελληνική και να επιστρέφουν πίσω στην Τουρκία- αν δεν μειώσουμε δηλαδή σημαντικά τις  ροές και δεν δώσουμε εκεί την έμφασή μας, πάντα θα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα πρόβλημα το οποίο θα είναι δύσκολο στη διαχείρισή του. Αφορά ανθρώπους, αφορά ανθρώπινες ψυχές, πολλοί εκ των οποίων είναι και ευάλωτοι. Και πρέπει αυτό το ζήτημα να αντιμετωπιστεί στη ρίζα του. Γι’ αυτό και επιμένω. Γιατί επιμένω με τόσες πολλές επιστροφές κ. Καντέλη; Διότι θα πρέπει να καταλάβει κάποιος οικονομικός μετανάστης, ο οποίος ξέρει ότι δεν δικαιούται άσυλο, ότι εάν πάει και δώσει τα λεφτά του σε έναν διακινητή και κάνει αυτή την -για τον εαυτό του- «επένδυση» και έρθει στην Ελλάδα, θα τα χάσει τα λεφτά του, διότι εάν δεν δικαιούται άσυλο, θα τα γυρίσει πίσω στην Τουρκία. Εάν δεν περάσει αυτό το μήνυμα, ξεκάθαρα, με σαφήνεια, προς όλους όσοι γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι δεν δικαιούνται άσυλο, αλλά παρόλα αυτά κάνουν αίτηση με την ελπίδα για ότι θα παραμείνουν στη χώρα μας για πάντα, όπως συνέβαινε με την προηγούμενη Κυβέρνηση, τότε δεν μπορούμε να μιλούμε για ουσιαστική αλλαγή πολιτικής. Άρα υπάρχει ένα ευρωπαϊκό σκέλος και υπάρχει και ένα εθνικό σκέλος. Και θα αντιμετωπίσουμε και τα δύο ταυτόχρονα.

ΝΙΚΟΣ ΑΡΜΕΝΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, θα παραμείνω στο προσφυγικό. Μιλήσατε για Σχέδιο Β, για Plan B. Μπορείτε να μας πείτε κάτι παραπάνω; Ποια εργαλεία μπορεί να έχει αυτό το σχέδιο;

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Μην κοροϊδευόμαστε, κ. Αρμένη. Ένα Plan B, εάν είχαμε -εάν ήμασταν αντιμέτωποι με ένα μεγάλο πρόβλημα- δεν θα μπορούσε να είναι τίποτα άλλο από το να γίνει μία πιο τολμηρή πολιτική μετεγκατάστασης αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι βρίσκονται στην Ελλάδα ή στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Θα μου πείτε είμαστε έτοιμοι να μιλήσουμε για κάτι τέτοιο; Όχι. Αλλά είναι υποχρέωσή μου. Ούτε κινδυνολογώ, ούτε μ’ αρέσει να μεγαλοποιώ το πρόβλημα. Δεν μπορώ να δεχτώ, όμως, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να ξαναπιαστεί απροετοίμαστη σε αυτό το ενδεχόμενο. Προσέξτε, δεν λέω ότι θα γίνει αυτό, ούτε εκτιμώ ότι η Τουρκία θα κάνει  τελικά αυτό το οποίο απειλεί ότι θα κάνει και θα ανοίξει τα σύνορά της και θα έρθουν εκατομμύρια. Δεν πιστεύω ότι θα γίνει αυτό. Η δουλειά μας όμως είναι να είμαστε προετοιμασμένοι και για το χειρότερο ενδεχόμενο, ώστε να μην τρέχουμε πίσω από τις εξελίξεις.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΤΤΑΡΙΔΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, διαχρονικά η Ελλάδα βασιζόταν στην παρέμβαση της Αμερικής σε περιόδους κρίσης με την Τουρκία. Το είχαμε δει και στην περίοδο των Ιμίων, το βλέπαμε και στο Κυπριακό με την ενεργό μεσολάβηση της Ουάσιγκτον. Πλέον βλέπουμε να έχει αλλάξει τελείως αυτή η πολιτική του κ. Τραμπ. Τον βλέπουμε στην Συρία. Βλέπουμε ότι ο ίδιος επιμένει πως η Ουάσιγκτον πρέπει να επιστρέψει και να ασχολείται με τα δικά της. Και βλέπουμε και μία πρωτοφανή -θα έλεγα εγώ- ανοχή στην τουρκική προκλητικότητα. Σας ανησυχεί αυτή η αλλαγή στάσης των Ηνωμένων Πολιτειών σε ό,τι έχει να κάνει με τα ελληνοτουρκικά και με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε στο Αιγαίο;

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Να τα πάρω με τη σειρά. Καταρχάς θεωρώ -και νομίζω ότι ερμηνεύω τα συναισθήματα των ομολόγων μου- ότι ο τρόπος με τον οποίο πάρθηκε η απόφαση για τη γρήγορη αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από την Βορειοανατολική Συρία ήταν μία λανθασμένη απόφαση. Και τελικά είναι μία απόφαση η οποία, άμα δει κανείς το ισοζύγιο του ποιοι είναι κερδισμένοι και ποιοι είναι χαμένοι, αντιλαμβάνεται απόλυτα το επιχείρημα και τη βάση του επιχειρήματος του δικού μου και όσων – και νομίζω ότι είναι πολλοί- πιστεύουν ότι αυτή η απόφαση πάρθηκε με αυτά τα κριτήρια. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι η στρατηγική μας σχέση με την Αμερική είναι προβληματική. Το αντίθετο θα έλεγα. Αν δείτε και τα όσα είπε ο Υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, ο κ. Πομπέο, στην πρόσφατη επίσκεψή του στην Ελλάδα, νομίζω με πολύ εμφατικό τρόπο στήριξε τις ελληνικές θέσεις, με μεγαλύτερη ένταση ίσως από αυτή που είχαμε ακούσει στο παρελθόν από άλλους Αμερικανούς αξιωματούχους. Υπογράψαμε το πρώτο σκέλος μιας νέας αμυντικής συμφωνίας, η οποία είναι αμοιβαία ωφέλιμη. Σε μεγάλο βαθμό αποτυπώνει στο χαρτί ενέργειες που ήδη είχαν δρομολογηθεί. Και φυσικά έχουμε έναν χρόνο ακόμα ώστε να δούμε πώς μπορούμε να διαπραγματευτούμε τη μακροχρόνια ανανέωση αυτής της αμυντικής συμφωνίας, με έναν τρόπο που θα συσφίξει ακόμα περισσότερο τις στρατιωτικές, γεωπολιτικές σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών. Άρα θεωρώ ότι η παρουσία της Αμερικής στην Ανατολική Μεσόγειο, η στρατηγική της σχέση με την Ελλάδα δεν τίθενται εν αμφιβόλω. Και πιστεύω ότι πίσω απ’ αυτά, από ενδεχομένως κάποιες εφήμερες αποφάσεις, υπάρχει ένα βάθος και μία συνέχεια στην αμερικανική εξωτερική πολιτική που τελικά είναι προς όφελος και της Αμερικής, αλλά και της Ελλάδος. 

ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΥΡΕΛΑΤΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, αν μου επιτρέπετε να επανέλθω στο μεταναστευτικό και να ρωτήσω: Από την εντύπωση που αποκομίσατε από αυτή τη διήμερη Σύνοδο Κορυφής πόσο κοντά είμαστε η Ελλάδα να ζητήσει αυτή την ενεργοποίηση ενός εναλλακτικού πλάνου; Και στο εσωτερικό σκέλος: Θεωρείτε ότι οι μετεγκαταστάσεις στην ενδοχώρα είναι μια λύση μόνιμου χαρακτήρα;Το λέω αυτό γιατί υπάρχουν αντιδράσεις και στην τοπική κοινωνία, αλλά και στη “γαλάζια” εκλογική βάση και εάν τώρα, τρεις μήνες μετά τις εκλογές, θεωρείτε πως η ρητορική σας – ως κόμμα εννοώ- στο συγκεκριμένο θέμα ήταν λίγο υπερβολική.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Για το ζήτημα του πόσο κοντά είμαστε, δεν αντιμετωπίζουμε μία πρωτοφανή κρίση. Έχουμε τη δυνατότητα να τη διαχειριστούμε, ακολουθώντας το σχέδιο για το οποίο σας μίλησα. Για το ζήτημα της, εντός εισαγωγικών -ίσως δεν είναι και η πιο δόκιμη λέξη αλλά αυτή χρησιμοποιούμε- της «αποσυμφόρησης» των νησιών μας, είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχει μια κατανόηση -πιστεύω- στην ελληνική κοινωνία ότι δεν μπορούμε σε νησιά, όπως η Λέσβος και η Σάμος, να έχουμε έναν αριθμό μεταναστών και προσφύγων που σχεδόν πλησιάζει τον αριθμό των μόνιμων κατοίκων αυτών των νησιών. Άρα η μετακίνηση προς την ενδοχώρα, κυρίως ευάλωτων ομάδων πληθυσμού, είναι μονόδρομος.  Από εκεί και πέρα είναι δεδομένο – και νομίζω σε συνεννόηση και με έναν πολύ λεπτομερή επιχειρησιακό σχεδιασμό τον οποίο έχει εκπονήσει το αρμόδιο Υπουργείο – ότι υπάρχει ένα σχέδιο όσο το δυνατόν πιο δίκαιης κατανομής αυτών των ανθρώπων σε ολόκληρη την ελληνική περιφέρεια, σε διαφορετικές δομές, με χρηματοδότηση η οποία, σε μεγάλο βαθμό, είναι εξασφαλισμένη από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και βέβαια -θέλω να το τονίσω αυτό- πάντα σε συνεννόηση και σε διάλογο με τις τοπικές κοινωνίες. Ο σκοπός μου, ο σκοπός μας -και αυτή είναι και η κατεύθυνση που έχω δώσει στα δυο υπουργεία, το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη αλλά και το Υπουργείο Εσωτερικών- είναι να μην αιφνιδιάσουμε ποτέ κανέναν. Θέλουμε να ενημερώνουμε, θέλουμε να γνωρίζουν οι τοπικές κοινωνίες τι είναι αυτό που θέλουμε να κάνουμε, θέλουμε να είμαστε σε διάλογο, να ακούμε αν υπάρχουν δίκαιοι, λογικοί προβληματισμοί, να αναπροσαρμόζουμε τον σχεδιασμό μας αν αυτό είναι απαραίτητο. Άρα είναι μια διαδικασία διαλόγου και όχι μια διαδικασία επιβολής.

Αν με ρωτάτε αν ήταν ακραία ή αν έχω μετανιώσει για τη ρητορική μου, δεν έχω μετανιώσει καθόλου, διότι θεωρώ ότι όλα αυτά τα οποία είπα και αυτά τα οποία λέγαμε δεν τα αμφισβητεί κανείς. Ποια ήταν η κριτική μας για το προσφυγικό; Ότι το ’15 άνοιξαν τα σύνορα και ότι ο πιο εύκολος τρόπος να μπει κανείς στην Ευρώπη ήταν μέσα από την Ελλάδα, διότι είχαμε μια πολιτική ανοιχτών θυρών. Ότι οι διαδικασίες ασύλου ήταν τόσο μακροσκελείς ώστε τελικά καμία τελική απόφαση να μην βγαίνει. Αυτό είναι κάτι το οποίο είναι δεδομένο και δεν αμφισβητείται. Το επιβεβαιώνουν τα ίδια τα νούμερα. Ότι είχαμε περιστατικά κακοδιαχείρισης στους πόρους του προσφυγικού, ρωτήστε την OLAF. Δεν θα σας απαντήσει βέβαια γιατί δεν είναι δουλειά της να απαντά, αλλά η OLAF ερευνά αυτή τη στιγμή το τι έγινε με τη διαχείριση των κονδυλίων του προσφυγικού. Ταυτόχρονα, αυτοί που παρουσιάζονταν ως ανθρωπιστές, είχαν δημιουργήσει καταστάσεις οι οποίες δεν ήταν ευθυγραμμισμένες, τουλάχιστον με το δήθεν ενδιαφέρον τους για την κατάσταση των ανθρώπων που βρίσκονται σε αυτές τις δομές. Και βέβαια είναι οι ίδιοι  που επέτρεψαν και σε μια σειρά από εξαιρετικά ύποπτες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, των οποίων ο ρόλος ουδέποτε έγινε κατανοητός, να λειτουργούν ανεξέλεγκτες και με ατζέντες που σίγουρα δεν ήταν ευθυγραμμισμένες με τις ατζέντες της Κυβέρνησης. Και αυτό αλλάζει με το νομοσχέδιο το οποίο εισηγούμαστε. Άρα δεν βλέπω τον λόγο γιατί να πρέπει να ανακαλέσουμε ή να τροποποιήσουμε την κριτική την οποία είχαμε ασκήσει στην προηγούμενη Κυβέρνηση. Εξάλλου κάνουμε κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό το οποίο έκανε η προηγούμενη Κυβέρνηση στην διαχείριση του ζητήματος αυτού. 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΡΟΥΠΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, να συνεχίσω την ερώτηση του συναδέλφου. Θα ήθελα, αν μπορείτε να μας πείτε ποιο θα είναι το σημείο μηδέν, το χρονικό απώτατο όριο που βάζετε εσείς, που θα σας κάνει να ενεργοποιήσετε το Σχέδιο Β.   Δηλαδή, ποιο θα είναι το κομβικό σημείο που θα πείτε, τώρα πρέπει να γίνει. Αυτό μπορεί να οριοθετηθεί χρονικά; 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ  ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Καταρχάς -να το ξεκαθαρίσουμε- δεν υπάρχει ένα έτοιμο Σχέδιο Β, ούτε υπάρχει κάποιο μαγικό σχέδιο το οποίο βγάζουμε. Αυτό το οποίο είπα είναι ότι πρέπει να προετοιμαζόμαστε και για το χειρότερο σενάριο. Αυτό είπα. Προφανώς, εμείς κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας. Κάποιοι, ξέρετε, στην Ευρώπη μπορεί να βολεύονται από το γεγονός ότι το πρόβλημα αυτό αφορά στην Ελλάδα. Κατέστησα απόλυτα σαφές ότι το πρόβλημα αυτό είναι ευρωπαϊκό και ότι απαιτούμε την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη στην διαχείρισή του. Δεν υπάρχει, λοιπόν, κάποιο μαγικό σημείο, κάποια σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι, που θα μπορέσουμε να πούμε ότι: «Ώπα, εδώ κάτι πρέπει να αλλάξει, πέρα και πάνω από αυτά τα οποία κάνουμε». Και να σας πω κάτι; Ελπίζω και εύχομαι και εκτιμώ ότι δεν θα φτάσει η κατάσταση σε αυτό το σημείο ποτέ, να χρειαστούμε να ζητήσουμε ή να κάνουμε το κάτι παραπάνω από αυτό που έχουμε σήμερα.

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΧΛΙΜΙΝΤΖΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, να κλείσουμε με το μεταναστευτικό. Από ό,τι έχω καταλάβει και απ’ όλες τις συνεντεύξεις που έχετε δώσει -και την σημερινή και τις προηγούμενες μέρες- το σημείο κλειδί είναι η μετεγκατάσταση στις υπόλοιπες χώρες, στα υπόλοιπα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από τα συμπεράσματα, εγώ δεν έχω αντιληφθεί να είμαστε πιο κοντά σε αυτό σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Έχουμε φτάσει πιο κοντά; Έγιναν κάποια βήματα αυτό το διήμερο που δεν γνωρίζουμε επισήμως; Είστε εσείς αισιόδοξος γι’ αυτό; Γιατί καταλαβαίνω ότι αυτό είναι ένα από τα σημεία κλειδιά για να λυθεί το μεταναστευτικό.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ  ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Αν με ρωτάτε ευθέως αν είμαστε πιο κοντά, όχι δεν είμαστε πιο κοντά. Δεν είμαστε ούτε πιο μακριά, ούτε πιο κοντά. Αυτό το οποίο συμβαίνει είναι ότι υπάρχει ένας Πρωθυπουργός της Ελλάδος ο οποίος έρχεται σε ένα Συμβούλιο και θέτει αυτό το ζήτημα ως κεντρικό ζήτημα προτεραιότητας για τη χώρα του. Δεν ξέρω αν συνέβαινε αυτό στο παρελθόν ή αν υπήρχε ένας γενικότερος εφησυχασμός γύρω από τα ζητήματα αυτά. Γνωρίζετε πολύ καλά ότι υπάρχουν σημαντικές αντιδράσεις, ειδικά σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, που δεν θέλουν να δεχθούν κανέναν. Θα επαναλάβω -όπως το είπα κιόλας πολλές φορές και στο Συμβούλιο- ότι  αυτό δεν μπορεί να είναι μια αποδεκτή πολιτική. Όταν μιλάμε για τις αιρεσιμότητες -για να συνδέσω αυτό το οποίο είπα και με τα χρηματοδοτικά εργαλεία- θα πρέπει να σκεφτούμε κάποια στιγμή εάν μέσα στις αιρεσιμότητες θα πρέπει να εντάξουμε και μια συμμόρφωση με ευρωπαϊκές πολιτικές που απαιτούν και έναν επιμερισμό, ένα burden-sharing για να χρησιμοποιήσω την αγγλική έκφραση και στο ζήτημα αυτό.